Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰξία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Diosc. – 3) = κιρσός, Arist. H. A. 3, 11 E., Poll. 4, 196, Plut. Mar. 5. ἰξία: ἡ, = ἰξὸς Ι, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 7, 6. ΙΙ. τὸ φυτὸν χαμαιλέων, ἰδίως
    3 KB (206 words) - 20:14, 4 January 2019
  • η (Α ἰξία) ιξός νεοελλ. γένος φυτών της οικογένειας ιριδίδες αρχ. 1. ο ιξός 2. το φυτό χαμαιλέων ο λευκός 3. είδος κρητικού φυτού, η τραγάκανθα 4. ο κιρσός
    413 bytes (38 words) - 06:36, 29 September 2017
  • τό,    A leaf of χαμαιλέων λευκός( = ἰξία 11), Gal.19.106. ἰξίον: τό, τὸ φύλλον τοῦ φυτοῦ ἰξία, Γαλην. Λεξ. ΙΙ. ὑποκορ. τοῦ ἰξός, Νικήτ. Εὐγ. 2. 130
    1 KB (67 words) - 07:19, 29 September 2017
  • υποκορ. του ιξός αρχ. το φύλλο του φυτού χαμαιλέων ο λευκός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰξία. Με τη μσν. σημασία < ἰξός + υποκορ. κατάλ. -ιον (πρβλ. βιβλ-ίον, παιδ-ίον)]
    572 bytes (39 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ὁ,    A enlargement of a vein, varicocele, = ἰξία 111, Hp.Aph.6.21 (pl.): of varicose veins, Apollon.Mir.42, Philostr.Gym.35, Gal.7.730: —also κριξός,
    5 KB (360 words) - 15:00, 2 October 2019
  • g. in ἰξο-βόρος name of thrush, Turdus viscivorus (Arist.). Derivatives: ἰξία misteltoe (derived from ἰξός = bitd-lime?; cf. Strömberg Theophrastea 114)
    12 KB (1,084 words) - 15:05, 2 October 2019
  • Alex.21, Gal.14.140. [Seite 1255] ὁ, eine Pflanze, mit giftigem Safte, = ἰξία 2, Diosc. ἰξίας: -ου, ὁ, δηλητηριῶδές τι φυτόν, ὅπερ «ἐν τῷ πίνεσθαι οἷόν
    1 KB (80 words) - 07:19, 29 September 2017
  • [ῑ], ἡ,=    A ἰξία 11, pine-thistle, Atractylis gummifera, Thphr.HP 6.4.3; ἄκανθα ἡ ἰ. ib.9.1.2, al.: confused with ἑλξίνη by Plin.HN21.94,22.41. [Seite
    1 KB (84 words) - 06:16, 29 September 2019
  • αρχ. άνω γερμ. wihsela «βύσσινο» και το ρωσ. višnja «κεράσι». ΠΑΡ. ιξεύω, ιξία, ιξώδης αρχ. ιξίνη (αρχ. -μσν.) ιξώ μσν. ιξίον νεοελλ. ιξερός. ΣΥΝΘ. ιξοβόρος
    2 KB (141 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ἄλλου φυτοῦ, περὶ τῆς ἰξίας π. χ. καὶ τῶν ὁμοίων παρασίτων φυτῶν, ἐπεὶ καὶ ἡ ἰξία δοκεῖ καὶ ὅλως τὰ ἐμβλαστάνοντα φθείρειν Θεόφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 5. 15, 4.
    2 KB (110 words) - 06:29, 29 September 2017
  • ἰξίας, ὁ (Α) ιξία το δηλητηριώδες φυτό χαμαιλέων ο μέγας. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    145 bytes (19 words) - 06:36, 29 September 2017
  • Wikipedia LA | Google Translator | LSJ ixĭa, æ, f. (ἰξία), carline [plante] : Plin. 22, 45. ixia, ae, f. (ἰξία), eine Pflanze = chamaeleon, Plin. 22, 45.
    310 bytes (61 words) - 09:27, 15 August 2017
  • иксия = ἰξία Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    33 bytes (37 words) - 20:25, 13 October 2019
  • варикозное расширение вены = ἰξία Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    33 bytes (39 words) - 12:50, 14 October 2019
  • 2. μεῖγμα (-ί-) mixing (Emp., Anaxag., Arist.; μεῖχμ[α] Alc.); 3. ἐπιμ(ε)ιξία, -ίη mixing, intercourse (IA.); from ἐπίμ(ε)ικ-τος. 4. μιγάς, -άδος m. f
    34 KB (3,221 words) - 13:50, 3 October 2019