Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰσοδύναμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Sp., auch adv. ἰσοδύναμος: -ον, ἴσος τὴν δύναμιν, Ἀλέξ. Ἁφρ. Προβλ. 1. 135. - Ἐπίρρ. -μως, Εὐστ. 72. 33. -η, -ο (ΑΜ ἰσοδύναμος, -ον) 1. ο ίσος με
    3 KB (195 words) - 07:19, 29 September 2017
  • -η, -ο (ΑΜ ἰσοδύναμος, -ον) 1. ο ίσος με άλλον κατά τη δύναμη, την ισχύ ή την ενέργεια άσχετα με τις μεταξύ τους διαφορές (α. «τα δύο κόμματα υπολογίζονται
    2 KB (124 words) - 07:19, 29 September 2017
  • αντιστοιχία, συμμετρία με κάποιον, αντίστοιχος, σύμμετρος 2. σχεδόν όμοιος, ισοδύναμος, αντάξιος νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το ανάλογο το μερίδιο (λογαριασμού,
    1 KB (71 words) - 06:53, 29 September 2017
  • ικανοποίηση, ικανοποιώ μια παράκληση, επιθυμία κ.λπ. αρχ. 1. ισόπαλος, ισοδύναμος με κάποιον 2. φρ. α) «τὸ ἱκανὸν λαμβάνω» — παίρνω χρηματική ή ηθική ικανοποίηση
    4 KB (274 words) - 07:18, 29 September 2017
  • -ον) ίσος με άλλον στην πάλη ή σε άλλο αγώνισμα νεοελλ. ισάξιος με άλλον, ισοδύναμος, εφάμιλλος. επίρρ... ισοπάλως και ισόπαλα (Α ἰσοπάλως) με ισοπαλία, με
    770 bytes (50 words) - 07:19, 29 September 2017
  • (ΑΜ ἰσοδυναμῶ, -έω) ισοδύναμος είμαι ίσος ή ισοδύναμος με κάποιον, έχω την ίδια δύναμη ή ισχύ ή αξία ή σημασία με κάποιον άλλο, αντιστοιχώ (α. «η απάντησή
    619 bytes (58 words) - 07:19, 29 September 2017
  • Cyn. 3, 281, wo υ in der Vershebung lang ist. ὑλᾰκάω: ποιητ. τύπος ἰσοδύναμος τοῖς τύποις ὑλάω, ὑλακτέω, ἀλλ’ εὕρηται μόνον ἐν τῇ Ἐπικ. μετοχῇ ὑλακόωντες
    960 bytes (59 words) - 11:40, 5 August 2017
  • ἀγάζομαι: ποιητ. ἰσοδύναμος τύπος τῷ ἄγαμαι, = τιμῷ, λατρεύω, «λοιβαῖσιν ἀγαζόμενοι πρώταν θεῶν», Πίνδ. Ν. 11, 7. - ἠγάζετο, Ὀρφ. Ἀργ. 63: - περὶ τοῦ Ὁμηρικοῦ
    1 KB (93 words) - 09:48, 31 December 2018
  • ἡ,    A = Γοργώ, Hdn.Epim.17, Suid. Γοργόνη: ἡ, ἰσοδύναμος τύπος τῷ Γοργώ, Ἡρῳδιαν. Ἐπιμ. 17, Σουίδ., Σχόλ. -ης, ἡ • Alolema(s): Γοργόνα Luc.DMeretr
    1 KB (75 words) - 09:40, 13 January 2019
  • ἡ (Α ἰσοδυναμία) ισοδύναμος 1. η ιδιότητα του ισοδύναμου, ίση δύναμη, ισότητα δύναμης ή ισχύος 2. ομοιότητα στη σημασία ή στην αξία 3. φυσιολ. η ικανότητα
    591 bytes (51 words) - 07:19, 29 September 2017
  • [Seite 1140] α, ον, p. = Folgdm, Nic. Al. 501. ζόφεος: -α, -ον, τύπος ἰσοδύναμος τῷ ἑπομ., νὺξ Νίκ. Ἀλ. 501. -α, -ον (Α ζόφεος) ζόφος μτγν. ή διάφ. ανάγν
    936 bytes (63 words) - 07:16, 29 September 2017
  • αντισταθμίζει ακριβώς κάποιον άλλο («ισόρροπες δυνάμεις») μσν. 1. ισάξιος 2. ισοδύναμος 3. αυτός που ανήκει εξίσου σε δύο διαφορετικούς χώρους αρχ. 1. (για οστό)
    2 KB (115 words) - 07:20, 29 September 2017
  • thes. 4; πρὸς τὸν τύραννον Timol. 1. ἀξιόμᾰχος: -ον, ἄξιος, ἱκανός, ἰσοδύναμος ἐν πολέμῳ ἢ μάχῃ, ἀξιόμαχοι γινόμεθα τοῖσι ἐπιοῦσι Ἡρόδ. 7. 157, 236,
    5 KB (505 words) - 11:35, 10 January 2019
  • auch Thuc. 3, 4; Plat. Euthyd. 302 b. τᾰλαίπωρος: -ον, πιθαν. τύπος ἰσοδύναμος τῷ ταλαπείριος, πάσχων, ἐν δυστυχίᾳ διατελῶν, ἄθλιος, ἐλεεινός, Θῆβαι
    10 KB (883 words) - 14:45, 3 October 2019
  • 2) bekannt, befreundet, Aesch. Ch. 691; bei Sp. öfter. γνωστός: ή όν, ἰσοδύναμος τύπος τῷ γνωτὸς (ὃ ἴδε), ὅστις ἔχει γνωσθῆ ἢ δύναται νὰ γνωσθῇ, Αἰσχύλ
    10 KB (1,102 words) - 13:25, 3 October 2019
  • λήθομαι, collat. forms of λανθάνω, λανθάνομαι (q.v.). λήθω: λήθομαι, τύπος ἰσοδύναμος ταῖς λέξ. λανθάνω, λανθάνομαι, ἅ ἴδε. impf. ἔληθον ; Moy. seul. prés
    3 KB (292 words) - 14:15, 4 January 2019
  • for -νοτίζω in Alex.Trall.1.15. περιρραντίζω: ῥαντίζω ὁλόγυρα, τύπος ἰσοδύναμος τῷ περιρραίνω, Ἑβδ. (Ἀριθμ. ΙΘ΄, 13, κ. ἀλλ.). ΝΑ περιρραίνω, ραντίζω
    863 bytes (43 words) - 12:16, 29 September 2017
  • (PTeb.266). [Seite 48] = λείπω, im praes. u. impf., Sp. λιμπάνω: τύπος ἰσοδύναμος τῷ λείπω, Ἱππ. 513, Ἄρατ. 128, Ἰω. Χρυσ.· ἀλλαχοῦ εὔχρηστον μόνον ἐν τοῖς
    2 KB (124 words) - 15:15, 2 October 2019
  • βιβῶντα; ἐβίβασκεν H. h. Apoll. 133; vgl. βιβάς u. βιβάσθων. βῐβάω: ποιητ. ἰσοδύναμος τύπος τοῦ βαίνω, βηματίζω, διασκελίζω, πέλωρα βιβᾷ, κάμνει μεγάλα βήματα
    4 KB (366 words) - 06:12, 10 January 2019
  • Hsch. s.v. κόνυζα (ὠλένων cod., rightly). ὠλήν: -ένος, ὁ, σπάνιος τύπος ἰσοδύναμος τῷ ὠλένῃ, Σουΐδ. -ένος, ὁ, Α 1. ωλένη 2. (κατά τον Ησύχ.) στον πληθ
    2 KB (180 words) - 06:30, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)