Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰσχιαδικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • ΙΙΙ. ἰαματικὸς διὰ τὴν ἰσχιαλγίαν, ἐπίπλασμα Διοσκ.. 2. 205. -ή, -ό (Α ἰσχιαδικός, -ή, -όν) ισχιάς αυτός που πάσχει από χρόνια ισχιαλγία αρχ. 1. αυτός που
    2 KB (138 words) - 22:16, 31 December 2018
  • -ή, -ό (Α ἰσχιαδικός, -ή, -όν) ισχιάς αυτός που πάσχει από χρόνια ισχιαλγία αρχ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα ισχία 2. (για φάρμακα) αυτός που
    407 bytes (41 words) - 06:37, 29 September 2017
  • ή, όν,= ἰσχιαδικός, Thphr.Fr.87, Cat.Cod.Astr.7.241. [Seite 1272] dasselbe, Ath. XIV, 624 a u. sp. Medic. ἰσχιᾰκός: -ή, -όν, = ἰσχιαδικός, Θεοφρ. Ἀποσπ
    1 KB (87 words) - 09:24, 31 December 2018
  • the h. (Thphr.); ἰσχιάς, -άδος f. (sc. νόσος) pain in the h. (Hp.) with ἰσχιαδικός (medic.), as plant-name = λευκάκανθα (Dsc., as remedy against ἰσχιάς,
    10 KB (995 words) - 15:00, 2 October 2019
  • ischĭădĭcus: a, um, = ἰσχιαδικός,> I of or relating to the gout in the hip, ischiadic: dolores, pains in the hip, Plin. 26, 7, 27, § 42: passio, Cael.
    892 bytes (160 words) - 19:30, 27 February 2019
  • бедренный = ἰσχιαδικός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    45 bytes (37 words) - 06:20, 14 October 2019
  • седалищный = ἰσχιαδικός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    45 bytes (37 words) - 18:21, 13 October 2019
  • (Α ἰσχιακός, -ή, -όν) ισχίον αυτός που πάσχει από χρόνια ισχιαλγία, ο ισχιαδικός. νεοελλ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα ισχία (α. «ισχιακό πλέγμα»
    523 bytes (51 words) - 06:37, 29 September 2017
  • страдающий от боли в седалищном нерве = ἰσχιαδικός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict
    45 bytes (42 words) - 01:00, 14 October 2019
  • scĭătĭcus, a, um (ἰσχιαδικός), qui a la goutte sciatique : Plin. Val. 2, 37 ; 4, 12. sciaticus, a, um = ischiadicus (w. s.), Plin. Val. 2, 37 u. 4, 12
    293 bytes (39 words) - 09:36, 15 August 2017