Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰτός" on this wiki. See also the other search results found.

  • gr | Κάτο ἰτός: -ή, -όν (εἶμι, ibo), προσπελάσιμος, διαβατός, σε Ανθ. ἰτός: [adj. verb. к εἶμι проходимый, доступный (ὁδός Anth.). ἰτός, εἶμι ibo]
    2 KB (98 words) - 23:50, 9 January 2019
  • ἰτός, -ή, -όν (Α) διαβατός, βατός, πορευτός. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. -ι- του ρ. εἶμι + κατάλ. ρηματ. επιθ. -τος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    336 bytes (26 words) - 07:19, 29 September 2017
  • εὐπροσίτως (Α) με ευπροσήγορο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + προσ-ιτός (πρβλ. α-πρόσ-ιτος, δυσ-πρόσ-ιτος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    856 bytes (56 words) - 06:34, 29 September 2017
  • προσιτές») αρχ. (για χαρακτήρα) ήρεμος, πράος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρόσειμι, πρβλ. εἶμι: ἰτός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    3 KB (167 words) - 08:24, 1 January 2019
  • επαναληπτικού ρ. ἰτάω (< ρ. εἶμι «πηγαίνω, έρχομαι», πρβλ. ρηματ. επίθ. ἰτητέον, ἰτός, λατ. ito «πηγαίνω, συχνάζω»). Το ρ. απαντά πιθ. και στη Μυκηναϊκή ως β'
    5 KB (409 words) - 12:52, 29 September 2017
  • -κρᾶτος, -φρων, -γηρυς. ιτος (τό) : 1 miel; 2 p. anal. suc qui suinte du tronc du palmier. Étymologie: cf. lat. mel, mulsum. ιτος: honey; used even as a
    25 KB (2,281 words) - 14:00, 3 October 2019
  • κόμητος, αὐτόθι 372, κ. ἀλλ. ο, θηλ. κόμησσα (AM κόμης, Μ και κόμις, -ιτος, θηλ. κόμησσα και κόμισσα και κομίτισσα) νεοελλ.-μσν. τίτλος ευγενείας μετά
    2 KB (107 words) - 06:41, 29 September 2017
  • -ή, -όν, Α αυτός που μπορεί να συμπυκνωθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < σύνειμι (πρβλ. ἰτός: εἶμι, διιτικός: δίειμι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (75 words) - 08:56, 31 December 2018
  • ιτος (ἡ) : Charis, litt. « la Grâce » : 1 femme d’Héphaïstos; 2 αἱ Χάριτες, les Charites, les Grâces. Étymologie: χάρις. the foregoing personified, as
    965 bytes (93 words) - 08:36, 31 December 2018
  • ὁ, ἡ, ἄχαρι, τό, gen. ιτος, dat.    A ἀχάρι Hdt.1.41 codd.:—without grace or charm, συμπόσιον γίνεται οὐκ ἄχαρι Thgn.496, cf. 1236; of an immature girl
    8 KB (754 words) - 20:20, 9 January 2019
  • ion. ἤϊα, att. ᾖα. Dazu med. praes. u. impf. ἴεμαι u. ἰέμην, adj. verb. ἰτός, ἰτέος u. ἰτητέος, s. unten. Von den dialectischen Abweichungen sind zu bemerken:
    64 KB (6,679 words) - 14:35, 2 October 2019
  • C., Epist. proconsulis). -ίτη, -ον, Α ευπρόσδεκτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < χάρις, -ιτος, κατά τα δευτερόκλιτα επίθ. σε -ος, -η, -ον. Πρόκειται για σπάνιο τ., ο οποίος
    969 bytes (53 words) - 12:42, 29 September 2017
  • neut. εὔχαρι, gen. ιτος,    A charming, gracious, esp. in society, Democr. 104, Pl.R.486d, 487a, X.Cyr.7.4.1; ἀστεῖοι καὶ εὐ. ib.2.2.12; εὔ. κατὰ τὰς ἐντεύξεις
    5 KB (353 words) - 22:55, 9 January 2019
  • see χαίρω. η / χάρις, -ιτος, ΝΜΑ, και λόγιος τ. χάρις, -ιτος, Ν 1. θελκτική ιδιότητα, θέλγητρο, γοητεία 2. (γενικά) ωραιότητα, λαμπρότητα 3. παροχή υπηρεσίας
    13 KB (941 words) - 12:47, 29 September 2017
  • gen. ιδος, also ιτος, dat. ιτι SIG671 A6 (Delph., ii B.C.), GDI1679 (Zacynthus), etc.: acc. ιν, also ιδα h.Ven.16: Dor. Ἄρταμις, ιτος (or ιδος as in Boeot
    13 KB (1,514 words) - 13:10, 3 October 2019
  • οἰνόμελι: -ῐτος, τό, μέλι ανακατεμένο με κρασί, υδρόμελι, σε Ανθ. οἰνόμελι: ῐτος τό смесь вина с медом Polyb., Plut., Anth. οἰνό-μελι, ῐτος, εος, τό
    2 KB (124 words) - 04:35, 10 January 2019
  • ιτος, ὁ, ἡ,    A lawless, Pi.P.3.32, 4.109, E.Ion1903 (lyr.): Comp. -ίστερος Opp.H.1.756. [Seite 45] ιτος, ungerecht, Pind. δόλος P. 3, 32; Πελίας 4
    2 KB (145 words) - 12:10, 9 January 2019
  • ιτος, τό,    A honey flavoured with quince, Dsc.5.21, Colum.12.47, Artem. 1.60. [Seite 173] ιτος, τό, Quittenhonig, Diosc., sonst κυδωνόμελι. μηλόμελι:
    1 KB (67 words) - 07:38, 29 September 2017
  • κόμις, -ιτος, ὁ (Μ) βλ. κόμης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    86 bytes (15 words) - 07:24, 29 September 2017
  • préside à l’ordre de toutes choses. Étymologie: θέμις. Θέμις: ιδος или ιτος, эп. ιστος, ион. ιος ἡ Фемида (дочь Урана и Геи, жена Зевса, богиня порядка
    492 bytes (44 words) - 14:00, 31 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)