Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἱεράκιον" on this wiki. See also the other search results found.

  • [Seite 1240] τό, Habichtkraut, Diosc. u. A. ἱεράκιον: τό, βοτάνη τις, ἱεράκιον τὸ μέγα Διοσκ. 3. 72, ἱεράκιον τὸ μικρὸν ὁ αὐτ. 3. 73. ― ἱερακιάς, άδος, ἡ
    1 KB (80 words) - 09:57, 5 August 2017
  • δήλωνε αργότερα και ένα είδος ψαριού. Από το ἱέραξ προήλθε, μέσω του υποκορ. ἱεράκιον, το νεοελλ. γεράκι. ΠΑΡ. ιερακάριος, ιεράκιο(ν) αρχ. ιερακείον, ιεράκειος
    3 KB (180 words) - 07:18, 29 September 2017
  • το (Α ἱεράκιον) νεοελλ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην τάξη αστερώδη η σύνανδρα, οικογένεια σύνθετα αρχ. 1. είδος βοτάνου 2. μικτό
    664 bytes (47 words) - 07:18, 29 September 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. γεράκι < μσν. γεράκι(ο)ν < (αρχ. αμάρτ., ιεράκιον, υποκορ. του ιέραξ. Το μαρτυρούμενο αρχ. ιεράκιον δήλωνε είδος χόρτου και είδος μικτού κολλυρίου)]
    1 KB (76 words) - 06:26, 29 September 2017
  • βοτάνη,=    A ἱεράκιον 1, Horap.1.6. ἱερακία, ἡ (Α) ιέραξ φρ. «ἱερακία βοτάνη» — το βότανο ιεράκιο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    610 bytes (26 words) - 06:36, 29 September 2017
  • [ῑ], ου, ὁ,= ἱεράκιον τὸ μέγα, Ps.-Dsc.3.64 p.75 Wellm. σογχίτης: [ῑ], -ου, ὁ, ἱεράκιον, φυτόν, Διοσκ. (ἐν τοῖς Νόθοις) 3. 72. ο, ΝΑ το φυτό ιεράκιο
    836 bytes (48 words) - 12:30, 29 September 2017
  • δήλωνε αργότερα και ένα είδος ψαριού. Από το ἱέραξ προήλθε, μέσω του υποκορ. ἱεράκιον, το νεοελλ. γεράκι. ΠΑΡ. ιερακάριος, ιεράκιο(ν) αρχ. ιερακείον, ιεράκειος
    11 KB (933 words) - 14:55, 2 October 2019
  • ἱεράκιον, Seleuc. ap. Hsch. Α (κατά τον Ησύχ.) «ἱεράκιον, Σέλευκος». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. θα πρέπει πιθ. να αναγνωστεί στόριον (< λατ. storea / storia «πλέγμα
    710 bytes (36 words) - 12:32, 29 September 2017
  •    II a plant, = ἱεράκιον, Arist.Mir.837a20. κοράκιον: ᾰ, τό, ὑποκορ. τοῦ κόραξ (ΙΙ. 2), Εὐστ. 73. 21. ΙΙ. φυτόν τι, ἀλλ. ἱεράκιον, Ἀριστ. π. Θαυμασ
    1 KB (64 words) - 23:04, 31 December 2018
  • etc.). Derivatives: σογκώδης σ. -like' (Thphr.), σογχίτης m. hawkweed, ἱεράκιον τὸ μέγα (Ps.-Dsc.). Origin: PG [a word of Pre-Greek origin] Etymology:
    2 KB (130 words) - 13:40, 2 October 2019
  • Hdt.4.152, ἀσπίδες D.H.1.21, 4.16, Plu.Rom.21, cf. Poll.1.149, μέλος ... Ἱεράκιον δὲ τὸ Ἀργολικόν Poll.4.78 •Ἀ. κόλπος Plb.5.91.8, Str.8.6.1 •Ἀργολική (sc
    873 bytes (95 words) - 16:45, 9 January 2019
  • ἱεράκιν και ἱεράκι και ἱεράκιον, τὸ (Μ) ιέραξ το γεράκι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    137 bytes (19 words) - 07:18, 29 September 2017
  • colour of a hawk's neck, Plin.HN37.167, Gal.12.207, PMag.Par.2.221.    II = ἱεράκιον 1, ib.1.901. [Seite 1240] ὁ, eine Steinart, Habichtstein, Plin. H. N
    1 KB (89 words) - 07:19, 29 September 2017
  • κοράκια» ή «να σέ φάνε τα κοράκια» — άι στο διάβολο, άντε χάσου αρχ. το φυτό ιεράκιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < κόραξ, -κος + υποκορ. κατάλ. -ι(ον), πρβλ. μαχαίρ-ι(ον), πόδ-ι(ον)]
    2 KB (117 words) - 07:25, 29 September 2017
  • invierno, Gp.12.1.9, cf. 12.1.11 •ἔ. ἄγριον endibia silvestre otro n. de la ἱεράκιον τὸ μικρόν Ps.Dsc.3.64 (cód.), cf. ἴντυβος. • Etimología: Prést. del lat
    1 KB (132 words) - 00:45, 3 January 2019
  • 114f., Pflanzennamen 119): diminut. κοράκιον small hook (pap.), plant = ἱεράκιον (Arist.), κορακίσκος (Gloss.), κορακῖνος m. young raven (Ar.), usu. fish-name
    25 KB (2,276 words) - 13:55, 3 October 2019
  • hierācion u. -ium, iī, n. (ἱεράκιον), I) (Form -on) das Habichtskraut, Plin. 20, 60. – II) die Habichtssalbe, eine flüssige Augensalbe, Plin. 34, 114.
    192 bytes (23 words) - 09:25, 15 August 2017
  • hĭĕrācĭum: ĭi, n., = ἱεράκιον, I a sort of eye-salve, Plin. 34, 11, 27, § 114. Look up in: Google | Google Books | Perseus KWIC Corpus search | Perseus
    420 bytes (65 words) - 09:25, 15 August 2017
  • African word,    A = ἱεράκιον τὸ μέγα, Ps.-Dsc.3.64, vv.ll. σιθιλαισαδε, σιθιλεσας. και δ. γρφ. σιθιλαισαδε και σιθιλεσας ΜΑ (αφρικ. λ.) είδος βοτάνου
    665 bytes (36 words) - 12:28, 29 September 2017
  • δηλαδὴ ὡς τὸ οὐρανικὸν γ ἑπομένου ε ἢ ι, οἷον· ἰατρὸς ἰατρὸς ἰατρὸς γιατρός, ἱεράκιον ἱεράκι γεράκι, γηγενής, κλπ. Τὸ ὑποθετικὸν τοῦτο γράμμα οὐδέποτε οὐδαμοῦ
    3 KB (276 words) - 11:02, 5 August 2017