Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἱεραγωγός" on this wiki. See also the other search results found.

  • d. ἱερᾰγωγός: -όν, ὁ φέρων ἱερά, δηλ. ἱερὰ σκεύη ἢ θύματα κτλ., μύσταις... ἱεραγωγοῖς Ἡδύλος παρ’ Ἀθην. 497D· ναῦς Πολύβ. 31. 20, 11. ἱεραγωγός, -όν
    2 KB (112 words) - 14:36, 31 December 2018
  • ἱεραγωγός, -όν (Α) αυτός που μεταφέρει ιερά σκεύη ή ζώα για θυσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο)- + αγωγός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    324 bytes (25 words) - 07:18, 29 September 2017
  • 11.631; ῑερόν in the first foot of a hex., Theoc.5.22; also in compds. ἱεραγωγός, ἱεροθαλλής, ἱερόφωνος: ῑ always in contr. form ἱρός wh. is used in Ep
    90 KB (8,512 words) - 13:05, 3 October 2019
  • везущий священные предметы = ἱεραγωγός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    43 bytes (39 words) - 21:35, 13 October 2019
  • ιεροφυλάκιο(ν), ιεροφύλακας(-αξ), ιεροψάλτης, ιερώνυμος αρχ. ιεράγγελος, ιεραγώ, ιεραγωγός, ιερανομώ, ιεραοιδός, ιεραπόλος, ιεράρχιος, ιεραύλης, ιεραφόρος, ιερογλωσσόκομον
    5 KB (218 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ιεροφυλάκιο(ν), ιεροφύλακας(-αξ), ιεροψάλτης, ιερώνυμος αρχ. ιεράγγελος, ιεραγώ, ιεραγωγός, ιερανομώ, ιεραοιδός, ιεραπόλος, ιεράρχιος, ιεραύλης, ιεραφόρος, ιερογλωσσόκομον
    5 KB (218 words) - 07:18, 29 September 2017