Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἱκανοδότης" on this wiki. See also the other search results found.

  • BGU1189.3.    II one who requites, ὁ ἱ. θεός PMasp.6ii82(vi A.D.). ἱκανοδότης, ὁ, θηλ. ἱκανοδότις, -ιδος (ΑΜ) αυτός που παρέχει ασφάλεια, εγγύηση, ο
    1 KB (60 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ἱκανοδότης, ὁ, θηλ. ἱκανοδότις, -ιδος (ΑΜ) αυτός που παρέχει ασφάλεια, εγγύηση, ο εγγυητής αρχ. αυτός που ανταποδίδει, αυτός που ανταμείβει. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    668 bytes (39 words) - 07:18, 29 September 2017
  • [Seite 1247] ὁ, der Genugthuende, Sp.
    113 bytes (6 words) - 18:45, 2 August 2017
  • ικανώ μσν. ικανάτα. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. ικανοποιΐα (αρχ. -μσν.) ικανοδότης, ικανόπλοος μσν. ικανοκόσμητος μσν.-νεοελλ. ικανοποιώ. (Β' συνθετικό)
    4 KB (274 words) - 07:18, 29 September 2017
  • Nov.131.15 Intr.. ἱκᾰνοδοσία: ἡ, Λατ. satisdatio, ἐγγύη, ἐγγύησις· καὶ ἱκανοδότης, ου, ὁ ἐγγυητής, Ἀρμενοπ. 1. 4, 68· ἴδε Δουκάγγ. ἐν λ. ἱκανοδοσία, ἡ
    1 KB (65 words) - 07:18, 29 September 2017
  • ἱκανοδοτῶ, -έω (Α) ικανοδότης παρέχω εγγύηση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    116 bytes (15 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ικανώ μσν. ικανάτα. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. ικανοποιΐα (αρχ. -μσν.) ικανοδότης, ικανόπλοος μσν. ικανοκόσμητος μσν.-νεοελλ. ικανοποιώ. (Β' συνθετικό)
    33 KB (3,019 words) - 13:45, 3 October 2019