Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἱκετήριος" on this wiki. See also the other search results found.

  • in Isoc.8.138 (pl.), cf. Plb.3.112.8 (pl.), Jul.ad Ath.275c, Hld.7.7. ἱκετήριος: συγκεκομ. ἱκτήριος, -α, -ον, ὡς ἐπίθ. μόνον ἐν τῷ δευτέρῳ τύπῳ· (ἱκέτης)·
    8 KB (687 words) - 23:30, 9 January 2019
  • -α, -ον (ΑΜ ἱκετήριος, -ία, ον, Α θηλ. και ικετηρίς, ποιητ. τ. ικτήριος, -ία, -ον και ιων. τ. θηλ. ίκετηρίη) ικετευτικός αρχ. 1. (το αρσ. στον πληθ. ως
    1 KB (97 words) - 07:19, 29 September 2017
  • α, ον,    A v. ἱκετήριος. [Seite 1249] = ἱκετήριος, z. B. κλάδοι Soph. O. R. 3, θησαυρός Ai. 1154, von den Haaren, die bei der Trauer zu Ehren der Todten
    1 KB (94 words) - 13:44, 31 December 2018
  • δημιουργήθηκαν ανθρωπωνύμια όπως: Ἱκετάων, Ἱκέτυλλος. ΠΑΡ. ικέσιος, ικετεύω, ικετήριος, ικετικός αρχ. ικετήσιος, ικετώσυνος. ΣΥΝΘ. αρχ. ικεταδόκος μσν. ικετοδόχος]
    1 KB (100 words) - 06:41, 29 September 2017
  • Κάτο ἱκτήρ: -ῆρος, ὁ, 1. = ἱκέτης, ικέτης, σε Σοφ., Ευρ. 2. ως επίθ. = ἱκετήριος, σε Αισχύλ. ἱκτήρ: ῆρος adj. просительский, несомый молящими о защите
    3 KB (233 words) - 15:25, 9 January 2019
  • ὑψιγέννητον κλάδον Αἰσχύλ. Εὐμ. 43, πρβλ. Ἱκέτ. 23, Σοφ. Ο. Τ. 3, 143· καὶ ἴδε ἱκετήριος· ― ὡσαύτως ἐπὶ κλάδων δάφνης ἐν χρήσει ἐν τοῖς ναοῖς, Εὐρ. Ἴων 80. 3) μεταφ
    17 KB (1,561 words) - 14:00, 3 October 2019
  • ή, όν,= ἱκετήριος, Ph.2.546, Aq.Pr.27.6. Adv. -κῶς Sch.Par.A.R.1.824, Sch.E.Hec.147. ἱκετικός: -ή, -όν, ἱκετήριος, Φίλων 2. 546, Εὐστ. Πονημάτ. 165.
    989 bytes (64 words) - 07:19, 29 September 2017
  • θηλ. τοῦ ἱκετήριος, Ὀρφ. Ὕμν. 2. 13., 33. 27. ἱκετηρίς, ἡ (Α) βλ. ικετήριος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    823 bytes (50 words) - 06:39, 29 September 2017
  • θυσίαι καὶ θεῶν ἱκετηρίαι καὶ δεήσεις ἐπεῖχον τὴν πόλιν. -α, -ον (ΑΜ ἱκετήριος, -ία, ον, Α θηλ. και ικετηρίς, ποιητ. τ. ικτήριος, -ία, -ον και ιων. τ
    3 KB (269 words) - 06:36, 29 September 2017
  • d’un rameau de suppliant je m’attache à tes genoux. Étymologie: fém. de ἱκετήριος. Syn. εἰρεσιώνη, θαλλός. súplica from a derivative of the base of ἱκανός
    3 KB (290 words) - 13:45, 3 October 2019
  • ἱκετεύσιμος: -η, -ον, = ἱκετήριος, Ἡσύχ.
    96 bytes (5 words) - 10:54, 5 August 2017
  • [Seite 1248] = ἱκετήριος; Schol. Eur. Hec. 845; Philo. – Adv., Sp.
    156 bytes (10 words) - 19:42, 2 August 2017
  • [Seite 1248] = ἱκετήριος; τὰ ἱκετώσυνα, das Opfer, mit dem der als Schutzflehender kommende Mörder gereinigt wird, Hesych. ἱκετώσυνος, -ον (Α) φρ. «ἱκετώσυνα
    760 bytes (52 words) - 07:18, 29 September 2017
  • λῐτήρ: -ῆρος, ὁ, ἱκέσιος, ἱκετήριος, «λιτῆρα θαλόν· τὸν ἱκέσιον» Ἡσύχ. λιτήρ, -ῆρος, ὁ (Α) ικετήριος, ικετευτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. λιτ- του λίσσομαι +
    571 bytes (37 words) - 06:44, 29 September 2017
  • εὐπρόσιτος, εὐπροσήγορος, Πλουτ. Ἀλκ. 13, Ἠθικ. 2. 9F. ΙΙ. ἱκετευτικός, ἱκετήριος, Παλλαδ. Βίος Ἰω. Χρυσ. 4Ε, 25Α. ή, όν : que l’on peut aborder facilement
    3 KB (238 words) - 22:10, 9 January 2019
  • [Seite 1247] = ἱκετήριος, Hesych. ἱκετεύσιμος, -ον (Α) ικέτευσις ικετήριος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    230 bytes (18 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ἱκετηρίς, ἡ (Α) βλ. ικετήριος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    90 bytes (14 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ἱκετηρικός, -ή, -όν (Α) ικετήριος ικετήριος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    107 bytes (15 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ον,= ἱκέσιος, A.Supp.385 [lyr., with penult. short]. [Seite 1249] = ἱκετήριος, Aesch. Suppl. 380, l. d. ἱκταῖος: -α, -ον, = ἱκέσιος, Αἰσχύλ, Ἱκ. 385
    1 KB (74 words) - 15:28, 15 January 2019
  • δημιουργήθηκαν ανθρωπωνύμια όπως: Ἱκετάων, Ἱκέτυλλος. ΠΑΡ. ικέσιος, ικετεύω, ικετήριος, ικετικός αρχ. ικετήσιος, ικετώσυνος. ΣΥΝΘ. αρχ. ικεταδόκος μσν. ικετοδόχος]
    12 KB (1,107 words) - 14:55, 2 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)