Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἱμαῖος" on this wiki. See also the other search results found.

  • οἱ ἀντληταὶ ἱμαῖον; Suid.; bei Ath. XIV, 619 b wird ἱμαῖος ᾠδὴ μυλωθρῶν u. 618 e aus Sophron ἱμαῖος ἡ ἐπιμύλιος καλουμένη, ein Müllerlied, erwähnt, ἴσως
    3 KB (229 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ἱμαῑος, -α, -ον (Α) 1. αυτός που αναφέρεται στην άντληση του νερού 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἱμαῑον (ενν. μέλος) εργατικό τραγούδι κατά την άντληση νερού.
    584 bytes (52 words) - 06:36, 29 September 2017
  • -άντος). Παράλληλα με τον τ. ἱμάς μαρτυρείται μια ομάδα λ. συγγενών του: ἱμαῖος, ἱμανήθρη, ἱμάω, -ῶ, ἱμονιά. Η λ. ἱμάς δηλώνει γενικά την έννοια «λουρί»
    3 KB (250 words) - 07:19, 29 September 2017
  • βλ. -αιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    47 bytes (11 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ον,    A for a return, ᾠδή Hsch. s.v. ἱμαῖος. ἐπίνοστος: ὁ ἐπὶ νόστῳ, ᾠδὴ Ἡσύχ. ἐν λ. ἱμαῖος. ἐπίνοστος, -ον (Α) αυτός που γίνεται για τον νόστο, για
    755 bytes (43 words) - 07:12, 29 September 2017
  • ἐπάντλειος: ἢ ἐπαντλαῖος, = ἱμαῖος, «τὸ ᾆσμα ὃ ᾄδουσιν οἱ ἀντληταί», Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. 1332, Ἡσύχ. ἐν λ. ἱμαῖος.
    251 bytes (19 words) - 10:27, 5 August 2017
  • Syrakusanern hieß so Demeter, Ath. III, 109 a X, 416 e. Nach Hesych. wie ἱμαῖος ein Müllerlied. ἱμαλίς: -ίδος, ἡ, ἐπίθ. τῆς Δήμητρος παρὰ Συρακοσίοις
    2 KB (173 words) - 07:19, 29 September 2017
  • to Ael.Dion. Fr.211; ἱμάω has ῑ (v. καθιμάω), like ἱμονιά, ἱμανήθρη, but ἱμαῖος has ῐ.) ἱμάω: Ἀττ. ἀπαρ. ἱμῆν, Φώτ.· (ἱμάς)· ― ἀνασύρω, ἀντλῶ, ἰδίως ὕδωρ
    2 KB (170 words) - 15:00, 2 October 2019
  • ὑποβολιμαῑα- τα νόθα τέκνα (Ηρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < υποβολή + κατάλ. -ιμαῖος (πρβλ. επιστολ-ιμαίος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (109 words) - 12:42, 29 September 2017
  • ῥιζιμῇος, -αία και -ῄα, -ον, Μ ο ριζιμιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥίζα + κατάλ. -ιμαῖος (πρβλ. επιστολ-ιμαίος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    346 bytes (25 words) - 12:26, 29 September 2017
  • Poll. 4, 53, beim Mahlen auf der Mühle gesungen; vgl. Ael. V. H. 7, 4 u. ἱμαῖος; Artemis heißt so Sext. Emp. adv. phys. 1, 185. ἐπιμύλιος: ῠ, ον, (μύλη)
    3 KB (240 words) - 14:35, 14 January 2019
  • καλάμια > καλάμι) του αμάρτυρου ψοφίμιο(ν) < ψοφιμαίον (< ψόφος [ΙΙ] + κατάλ. -ιμαίος, κατά το θνησιμαίος). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    784 bytes (49 words) - 15:25, 15 January 2019
  • γενετής, απ' τη στιγμή της γέννησης του. [ΕΤΥΜΟΛ. < γεννησ-ιμαίος < γέννησις (-η) + (κατάλ.) -ιμαίος (πρβλ. αναδεξιμιός, βαφτισιμιός)]. Αναζήτηση σε: Google
    665 bytes (45 words) - 06:26, 29 September 2017
  • ἱμαοιδός, ὁ (Α) αυτός που τραγουδά το ιμαίον μέλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱμαιο-αοιδός (< ἱμαῖος + ἀοιδός), με απλολογία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    395 bytes (25 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ον,    A = ἱμαῖος, Hsch. s.h.v. (ἐπανταῖος cod.). ἐπαντλαῑος και ἐπάντλειος, ο (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ἱμαῑος, τὸ ᾆσμα ὅ ᾄδουσιν οἱ ἀντληταί». Αναζήτηση
    667 bytes (33 words) - 07:10, 29 September 2017
  • θνησιμαίο, το πτώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < νεκρός + κατάλ. -ιμαῖος (< -ιμος και -αῖος), πρβλ. κοινων-ιμαίος, υποβολ-ιμαίος). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    696 bytes (45 words) - 12:02, 29 September 2017
  • τερψί-μβροτος (πρβλ. κλεψίλογος, κλεψίνους κ.λπ.) + κατάλ. -ιμαῖος, όπως και το κλοπ-ιμαῖος (< κλόπ-ιμος < κλοπή)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (95 words) - 07:24, 29 September 2017
  • -αία, -ον, Α τραχηλιαίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τράχηλος + κατάλ. -ιμαῖος (βλ. -αίος), πρβλ. ονυχ-ιμαίος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    340 bytes (22 words) - 12:57, 29 September 2017
  • 1297. ἱμονιοστρόφος: ὁ, ὁ περιστρέφων τὴν ἱμονιάν, ἀντλῶν ὕδωρ, ἴδε ἐν λ. ἱμαῖος· -ἱμονιοστροφέομαι, Μ. Ἀκομ. τ. Α΄, σ. 80. 17, ἔκδ. Λ. ος, ον : qui tire
    2 KB (110 words) - 23:35, 9 January 2019
  • Νέας Ελληνικής η οποία προήλθε με συνίζηση από την κατάλ. -ιμαῑος (βλ. -αίος): -ιμαῑος > -ιμαιός > -ιμιός.Παραδείγματα σε -ιμιός: αναδεξιμιός, βαφτισιμιός
    485 bytes (37 words) - 15:23, 15 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)