Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἴσθι" on this wiki. See also the other search results found.

  • οἶδα.    II ἴσθι, be, imper. of εἰμί. [Seite 1263] imperat. zu εἰμί, sei, und zu οἶδα, wisse. ἴσθι: γίνωσκε, προστακτ. τοῦ οἶδα. ΙΙ. ἴσθι, ἔσο, προστ
    1 KB (85 words) - 14:10, 31 January 2019
  • δεν έχει εμπειρία («ἀπαθὴς καλῶν μεγάλων», Ηρόδ.) 3. ατιμώρητος («χάριν ἴσθι ἐὼν ἀπαθής» — να χρωστάς χάρη που δεν τιμωρήθηκες, Ηρόδ.) 4. (για αφηρημένες
    1 KB (102 words) - 06:56, 29 September 2017
  • ναυσὶν κρατῆσαι A.Pers.337, cf. S.Ph.1329; εὖ ἴσθι τοῦτον… ἰσχυρῶς ἀνιᾶσθαι X.Cyr.8.3.44; also εὖ τόδ' ἴσθι, μηδάμ' ἡμέρᾳ μιᾷ πλῆθος τοσουτάριθμον ἀνθρώπων
    51 KB (6,296 words) - 19:10, 5 April 2020
  • ὑπισχνεῖσθαι (τινί τι). be assured (imperative): P. and V. ἴσθι, P. ἀκριβῶς ἴσθι, Ar. and V. σάφ' ἴσθι (also Xen., cyr. 5, 2, 32). be assured: P. and V. σαφ'
    746 bytes (72 words) - 08:52, 20 May 2020
  •    A = ἴσθι, v. εἰμί A. ἔσθι: ἴσθι, «ἔσθι τὸ ἴσθι λέγει Ἑκαταῖος» Ἀνώνυμ. ἐν Κραμήρου Ἀνεκδ. τ. 1. σ. 207.
    514 bytes (20 words) - 10:41, 5 August 2017
  • inf., Il.15.632; freq. in Trag., σάφ' οἶδα, σάφ' ἴσθι, etc., A.Supp.740, Pers.337, etc.; Com., σάφ' ἴσθι ὅτι Ar. Pl.889; less freq. in Prose, Antipho 6.18
    15 KB (1,436 words) - 15:45, 2 October 2019
  • ναυσὶν κρατῆσαι A.Pers.337, cf. S.Ph.1329; εὖ ἴσθι τοῦτον… ἰσχυρῶς ἀνιᾶσθαι X.Cyr.8.3.44; also εὖ τόδ' ἴσθι, μηδάμ' ἡμέρᾳ μιᾷ πλῆθος τοσουτάριθμον ἀνθρώπων
    65 KB (5,567 words) - 11:23, 26 February 2019
  • γυναικῶν», Ηφαιστ. Αστρ.) 2. (για αντιδίκους) συμβιβάζομαι, συμφιλιώνομαι («ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχύ», ΚΔ). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (173 words) - 07:14, 29 September 2017
  • προστροπῆς π. conveyor, carrier of these suppliant offerings, A.Ch.86; π. ἴσθι τῶν ἐσθλῶν ἄνω (for πέμπε τὰ ἐσθλά) ib.147.    3 messenger, envoy, S.OT289
    11 KB (862 words) - 14:30, 14 January 2019
  • speaker: V. ἐστὶ τοῦ λέγοντος (Soph., Oedipus Rex 917), cf., Ar. μὴ τοῦ λέγοντος ἴσθι. (Eq. 860). being always at the mercy of their assailants: P. ὄντες ἀεὶ τῶν
    2 KB (215 words) - 09:15, 20 May 2020
  • το χρησιμοποιούσαν για μαστίγωμα ανθρώπων, βούρδουλας 2. μτφ. νόσος («καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου», ΚΔ) 3. φρ. «μάστιξ πειθοῡς» — η ευγλωττία, με
    3 KB (184 words) - 12:40, 15 February 2019
  • 300; ἐρέει 16.379, cf. 330, 15.42; τόδε… νεμέσσα 23.214: in Trag., after ἴσθι S.Ph.232; ἐννοεῖν Id.Ant.63; μαθεῖν Id.OT708; αἰσθάνεσθαι Id.El.1478; λέγειν
    17 KB (1,564 words) - 15:45, 2 October 2019
  • harm, οὺδέ τις οὖν μοι νηῶν πημάνθη Od.14.255, cf. 8.563, A.Pr.336, etc.; ἴσθι πημανούμενος S.Aj.1155.—Poet. word, used also IG12.18.7 and by Hdt. l.c.
    11 KB (957 words) - 05:35, 10 January 2019
  • fail, 19.113; δρύες ἔμπεδα ῥίζαις ἑστᾶσιν firmly, AP9.291 (Crin.): in Trag., ἴσθι τόδ' ἔμπεδον of a surety, S. Ph.1197 (anap.); more freq. regul. Adv. ἐμπέδως
    20 KB (1,880 words) - 14:50, 2 October 2019
  • Id.1.207: abs., A.Pers.862 (lyr.), Th.1.26; πρός τινος Pi.P.4.297; χάριν ἴσθι ἐὼν ἀ. be grateful for going unpunished, Hdt.9.79: generally, unaffected
    16 KB (1,550 words) - 11:35, 10 January 2019
  • ἔμπεδον») 2. συνεχώς, χωρίς διακοπή («θέειν ἔμπεδον) 3. ασφαλώς, πολύ καλά («ἴσθι τόδ' ἔμπεδον»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (83 words) - 12:20, 14 January 2019
  • ἐπ' ἀριστερὰ νωμῆσαι βῶν», Ιλ.) 3. (με μτχ.) γνωρίζω πώς έχει το πράγμα («ἴσθι μοι δώσων ἄποινα», Αισχ.) 4. το πράγμα που γνωρίζει κανείς προστίθεται συχνά
    3 KB (232 words) - 06:39, 29 September 2017
  • [Seite 170] und noch nicht, auch noch nicht, noch nicht einmal; εὖ νῦν τόδ' ἴσθι μηδέπω μεσοῦν κακόν, Aesch. Pers. 427, vgl. Prom. 742; Xen. Cyr. 1, 3, 8
    3 KB (247 words) - 14:04, 3 October 2019
  • γάρ τοι, 16, 199; – μέν τοι, s. oben; – ἀλλά τοι, Soph. Trach. 1229; ἀλλ' ἴσθι τοι, Ant. 469, u. öfter; – τοὶ ἄρα u. τοὶ ἆρα wird gew. in τἄρα u. τἆρα zusammengezogen
    7 KB (843 words) - 14:35, 3 October 2019
  • από την ψυχική κατάσταση κάποιου για να κερδίσω χρήματα («ὡς μὴ 'μπολήσων ἴσθι τὴν ἐμὴν φρένα» — να ξέρεις ότι δεν θα εμπορευθείς το φρόνημά μου, Σοφ.)
    1 KB (107 words) - 07:08, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)