Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἴχνιον" on this wiki. See also the other search results found.

  • σημαν. τῆρος Ap. Rh. 1, 575; χαζομένοισιν ἕποντα κατ' ἴχνιον Qu. Sm. 8, 361; übertr., προτέρης ἴχνιον ἀγλαΐης Isid. schol. ep. (V, 58). – Bei Xen. An. 1,
    5 KB (379 words) - 23:40, 9 January 2019
  • ἴχνιον, τὸ (Α) ίχνος (υποκορ. του ίχνος) 1. το πάτημα του ποδιού, η πατημασιά 2. ίχνος, απομεινάρι, λείψανο («προτέρης ἴχνιον ἀγλαΐης», Ανθ. Παλ.) 3. φρ
    635 bytes (52 words) - 07:19, 29 September 2017
  • member e. g. in ἰχνο-σκοπέω look after the track (A., S., Plu.). Derivatives: ἴχνιον id. (Il.) with ὑπ-ίχνιος what is under the footsole (Q. S.). Denominative
    20 KB (1,751 words) - 13:59, 3 October 2019
  • ουσιαστικών ουδ. γένους (πρβλ. κτή-νος, σμή-νος). ΠΑΡ. ιχνεύω αρχ. ιχναίος, ίχνιον νεοελλ. ιχνάριο(ν). ΣΥΝΘ. ιχνηλάτης αρχ. ιχνοβάτης, ιχνοβλαβής, ιχνοπέδη
    4 KB (237 words) - 08:50, 23 December 2018
  • Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἀνεξιχνίαστος: -ον (ἐκ, ἴχνιον), ανεξερεύνητος, αυτός που δεν ανιχνεύεται, ανεξιχνίαστος, σε Καινή Διαθήκη
    4 KB (406 words) - 13:20, 3 October 2019
  • τῶν μυῶν Steph.in Hp.Progn.86.2, en v. med. mismo sent. πιστὸν ὑπὲρ γαίης ἴχνιον ἡδρασάμην AP 6.70 (Macedon.). 2 establecer, asentar, fijar ποῦ δὲ ἑδράσομεν
    6 KB (554 words) - 21:25, 9 January 2019
  • («ἕλκος ὑπίχνιον», Κόιντ.) 2. αυτός που υπόκειται σε κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + ἴχνιον (< ἴχνος), πρβλ. ἐν-ίχνιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (97 words) - 12:56, 29 September 2017
  • Chantraine Formation 195); Lat. LW [loanword] culigna (cf. W.-Hofmann s. calix); -ίχνιον (Ar., hell.), -ιχνίς (Achae.); further κυλικ-εῖον cup-stander (comp., pap
    10 KB (961 words) - 15:07, 2 October 2019
  • («ἕλκος ὑπίχνιον», Κόιντ.) 2. αυτός που υπόκειται σε κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + ἴχνιον (< ἴχνος), πρβλ. ἐν-ίχνιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    717 bytes (50 words) - 12:53, 29 September 2017
  • (pap. IIa) Derivatives: Dimin. σπυρ-ίδιον (com. a.o.; σφ- hell. pap.), -ίχνιον (Poll.; like κυλίχνη a. o.); also -ιδώδης basketlike, -ιδόν adv. in form
    8 KB (770 words) - 14:30, 3 October 2019
  • -ον ίχνιον ο ανεξιχνίαστος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    79 bytes (13 words) - 06:20, 29 September 2017
  • χάραγμα, ἐγκατάλειμμα, ἔκμακτρον, μνημεῖον, μνημήϊον, μναμήϊον, ἴχνος, ἴχνιον, ἔναυσμα, τύπος, στίβος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    297 bytes (49 words) - 10:00, 15 October 2019
  • ἀπόλειμμα, κατάλειμμα, περίλειμμα, ὑπόλειμμα, κατάλοιπον, παραιώρησις, ἔναυσμα, ἴχνιον, ἴχνος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    381 bytes (52 words) - 18:00, 18 October 2019
  • ἔδεθλον (Schwyzer 533). 2. Diminut. πολίχνη f., often as PlN (IA.) with -ίχνιον (Att.); πολίδιον (ι) n. (Str.). 3. Πολιεύς (-ηύς) m. city guardian (Thera
    50 KB (5,365 words) - 14:20, 3 October 2019
  • («μυξωτῆρσι κύνες δὲ πανίχνια σημήναντο», Οππ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + ἴχνιον (< ἴχνος), πρβλ. εν-ίχνιον]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (70 words) - 12:13, 29 September 2017
  • σπυρίδα, καλαθάκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σπυρίς «καλάθι» + επίθημα -ίχνιον (πρβλ. κυλ-ίχνιον, πολ-ίχνιον)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (54 words) - 12:31, 29 September 2017
  • Priscian.Inst.14.36, cf. Gloss.2.497. Source: ἐνίχνιον ἐνίχνιον, το (Α) ίχνιον ίχνος ποδιού και γεν. ίχνος, χνάρι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    697 bytes (40 words) - 06:32, 29 September 2017
  • ἐνίχνιον, το (Α) ίχνιον ίχνος ποδιού και γεν. ίχνος, χνάρι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    146 bytes (19 words) - 07:09, 29 September 2017