Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἴωσις" on this wiki. See also the other search results found.

  •    2 making of a tincture, ib. p.219 B. ἴωσις, ἡ (Α) 1. καθάρισμα από πρόσμιξη ή επίδραση ξένων ουσιών («ἴωσις χρυσοῦ», πάπ.) 2. χρωμάτισμα, βαφή. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (84 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ἴωσις, ἡ (Α) 1. καθάρισμα από πρόσμιξη ή επίδραση ξένων ουσιών («ἴωσις χρυσοῦ», πάπ.) 2. χρωμάτισμα, βαφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰῶ (Ι) «σκουριάζω» — η σημ. της λ
    540 bytes (43 words) - 07:20, 29 September 2017
  • [ῑ], εως, ἡ,    A = ἴωσις, Zos.Alch.p.252B.
    423 bytes (9 words) - 22:11, 8 February 2013
  • ; Arbenz 88), -ιόομαι in πεφυσιωμένος eingewurzelt (Arist.) mit -ίωμα, -ίωσις natürliche Neigung, Veranlagung (hell. u. sp.; auch ἐμφυσιόω einpflanzen
    8 KB (935 words) - 16:10, 2 October 2019
  • αὑλή-σεως, εἰρημένον ἀπὸ τῆς ἐμφερείας τῶν βομ<β>ῶν H. (: *σφη-κίζω). 9. -ίωσις κηρία σφηκῶν H. (: σφηκ-ίον, *-ιόω). 10. Unclear σφηκός = σφηκώδης (S. Fr
    10 KB (1,016 words) - 15:57, 2 October 2019
  • πιθ. για μεταπλασμένο τ. του λιθίασις (< λιθιῶ), που εμφανίζει επίθημα -ίωσις, δηλωτικό ασθένειας (πρβλ. σκολί-ωσις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    442 bytes (32 words) - 07:33, 29 September 2017
  • the enemy's line on both wings, ib.29.8,9, cf. ὑπερκέρασις:—so ὑπερφᾰλαγγ-ίωσις, Anon. ap. Suid.; and ὑπερφᾰλάγγ-ωσις, An.Ox.3.163. ὑπερφᾰλάγγησις: (διάφ
    1 KB (75 words) - 12:59, 29 September 2017
  • (Th. u.a.), -ιόομαι aus Zeichen erkennen, schließen (hell. u. sp.) mit -ίωσις f. Zeugnis, Beweis (Arr.). Etymology : Altererbtes Wort, das indessen schon
    17 KB (1,548 words) - 13:50, 2 October 2019
  • -ιαστής H. s. συναλλακτής; -ιόομαι, -ιόω Freundschaft schließen (sp.) mit -ίωσις (Sch.), -ιωτής = διαλλακτής (Suid.); -ιαίνομαι ib. (sp.). — 7. Nomina von
    63 KB (6,051 words) - 14:40, 3 October 2019