Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "Ἰταλικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Ἰτᾰλ-ιωτικός, ή, όν, Pl.Ep.326b, Luc.Hist. Conscr.15. Ἰταλικός: -ή, -όν, ὡς καὶ νῦν, ὁ Σικελικός τε καὶ Ἰταλικὸς νόμος Πλάτ. Νόμ. 659Β, κτλ· - ἀνώμαλ. θηλ. Ἰταλίς
    3 KB (274 words) - 13:54, 3 October 2019
  • Italians: Ἰταλοί, οἱ. Greek inhabitants of Italy: Ἰταλιῶται, οἱ. Italian, adj.: Ἰταλικός Fem. adj.: Ἰταλιῶτις, -ιδος.
    350 bytes (18 words) - 10:31, 21 July 2017
  • -ή, -ό (ΑΜ ἰταλικός, -ή, -όν, θηλ. και ἰταλίς) Ιταλός 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Ιταλία και στους Ιταλούς 2. αυτός που κατάγεται ή προέρχεται
    988 bytes (90 words) - 06:37, 29 September 2017
  • Λατίνων ή το μάθημα της λατινικής γλώσσας στα σχολεία μσν. 1. φράγκικος 2. ιταλικός. επίρρ... λατινικώς και -ά (Μ λατινικώς και λατινικά) 1. στη λατινική
    1 KB (101 words) - 07:30, 29 September 2017
  • 19; τριφολῖνος (   A v.l. -φαλ-) in Ath.1.26e. τρῐφύλλινος: οἶνος, ὁ, Ἰταλικός τις οἶνος, «παραπλήσιον δ’ οἷς εἴρηκα καὶ κατὰ τὴν Ἰταλίαν εἶδον ἐν τοῖς
    2 KB (118 words) - 12:52, 29 September 2017
  • (το αρσ. ως προσηγορικό) ό ἰταλός ο ταύρος 2. (το αρσ. ως επίθ.) ἰταλός ιταλικός («ἰταλός αἰχμητής», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο αρχ. τ. ἰταλός
    2 KB (144 words) - 11:10, 19 December 2018
  • οι (Α Ὄσκοι) αρχαίος ιταλικός λαός που κατοικούσε στα κεντρικά Απέννινα, αργότερα προωθήθηκε στην Καμπανία, όπου υπέστη έντονη ελληνική επίδραση, και εξαπλώθηκε
    390 bytes (37 words) - 12:11, 29 September 2017
  • ιταλικός χορός του 16ου αιώνα, διμερούς ρυθμού, τον οποίο υιοθέτησε ολόκληρη η Ευρώπη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. passamezzo]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    311 bytes (25 words) - 12:15, 29 September 2017
  • το μουσ. 1. ιταλικός όρος μουσικής εκτέλεσης ο οποίος σημαίνει μεγαλοπρεπές 2. μουσικό τεμάχιο που παίζεται σε αυτή τη ρυθμική αγωγή. Αναζήτηση σε: Google
    309 bytes (30 words) - 07:27, 29 September 2017
  • το, Ν γοργός και ζωηρός ιταλικός χορός που άνθησε τον 15ο και τον 16ο αιώνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. saltarello < saltare «πηδώ» (< λατ. salto «χορεύω», βλ. και
    479 bytes (35 words) - 12:27, 29 September 2017
  • αὐσονικός, -ή, -όν) 1. αυτός που κατοικεί στην Αυσονία ή προέρχεται απ' αυτήν, ιταλικός 2. το αρσ. ως ουσ. οἱ Αὐσόνιοι οι Ιταλοί. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    344 bytes (38 words) - 06:39, 29 September 2017
  • (το αρσ. ως προσηγορικό) ό ἰταλός ο ταύρος 2. (το αρσ. ως επίθ.) ἰταλός ιταλικός («ἰταλός αἰχμητής», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο αρχ. τ. ἰταλός
    3 KB (258 words) - 10:00, 11 February 2019
  • champs de millet. Étymologie: μέλας. μελίνη, ἡ (Α) 1. το φυτό κέγχρος ο ιταλικός («τοῦ δὲ θέρεος σπείροντες μελίνην καὶ σήσαμον χρηΐσκοντο τῷ ὕδατι», Ηρόδ
    4 KB (362 words) - 15:20, 2 October 2019