Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "Ἴακχος" on this wiki. See also the other search results found.

  • qui concerne Iakkhos, bachique, EUR. Cycl. 69. Étymologie: Ἴακχος. Ἴακχος: ὁ (ἰαχέω)· 1. Ίακχος, αποκρυφιστικό όνομα του Βάκχου, σε Αριστοφ. κ.λπ. 2. πανηγυρικός
    7 KB (585 words) - 14:55, 2 October 2019
  • d’Iakkhos. Étymologie: ἰακχή. ο (Α ἴακχος) νεοελλ. πλατύρρινος δενδρόβιος πίθηκος της Ν. Αμερικής αρχ. 1. ως κύριο όν. ο Ίακχος α) μυστικό όνομα του Διονύσου
    3 KB (214 words) - 21:56, 31 December 2018
  • ή, όν,    A connected with the mysteries, τέλος A.Fr.387; μ. Ἴακχος the mystic chant Iacchus, Hdt.8.65; χοῖροι Ar.Ach.764; αὔρα τις εἰσέπνευσε -ωτάτη Id
    10 KB (747 words) - 12:20, 14 January 2019
  • Ϝάκχος· η λέξη Ἴακχος χρησιμ. αντί ϜίϜακχος· πιθ. προέρχεται από το ἰάχω = ϜιϜάχω, φωνάζω, αλαλάζω). Βάκχος: ὁ (впервые у Soph.; тж. Ἴακχος и Διόνυσος)
    12 KB (1,148 words) - 14:15, 2 October 2019
  • Λιθ. 46. Ἰακχάζω: φωνάζω Ἴακχος· με σύστ. αντ., ἰακχάζειν φωνήν, εκφέρω την κραυγή Ἴακχος, σε Ηρόδ. Ἰακχάζω, to shout Ἴακχος; c. acc. cogn., ἰακχάζειν
    1 KB (83 words) - 10:10, 11 February 2019
  • 59. ου (τό) : sanctuaire de Iakkhos (Bacchus). Étymologie: Ἴακχος. Ἰακχεῖον: τό (Ἴακχος), ναός του Βάκχου, σε Πλούτ. Ἰακχεῖον: (ῐα) τό Иакхей, храм
    1 KB (57 words) - 10:00, 11 February 2019
  • ο (Α ἴακχος) νεοελλ. πλατύρρινος δενδρόβιος πίθηκος της Ν. Αμερικής αρχ. 1. ως κύριο όν. ο Ίακχος α) μυστικό όνομα του Διονύσου («Ἴακχε πολυτίμητε», Αριστοφ
    2 KB (169 words) - 08:50, 23 December 2018
  • ἰακχάζω (Α) Ίακχος·1. φωνάζω «Ίακχος!» 2. (για πτηνά) ιαχώ, τραγουδώ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    168 bytes (20 words) - 07:18, 29 September 2017
  • but also of joyful songs, songs of praise, καλλίνικος Id.El.865 (lyr.); ἴακχος Id.Cyc.69 (lyr.); λύπας πολυχόρδοις ᾠ. παύειν Id.Med.197 (anap.); ᾠδὰς ὑστέροισι
    8 KB (778 words) - 14:40, 3 October 2019
  • ἰάχημα id. (E. in lyr., AP; on the formation Chantraine Formation 186); Ἴακχος, s. v. Origin: IE [Indo-European] [1110] *u(e)h₂gh- cry, sound Etymology:
    20 KB (1,891 words) - 15:00, 2 October 2019
  • | LSJ Ĭacchus,¹³ ī, m. (Ἴακχος), autre nom de Bacchus : Cic. Leg. 2, 24 || le vin : Virg. B. 6, 15. Iacchus, ī, m. (Ἴακχος), I) Gottheit der eleusinischen
    929 bytes (135 words) - 10:11, 15 August 2017
  • d’Iakkhos ; ἰ. φωνήν HDT pousser de grands cris. Étymologie: Ἴακχος. ἰακχάζω (Α) Ίακχος·1. φωνάζω «Ίακχος!» 2. (για πτηνά) ιαχώ, τραγουδώ. Αναζήτηση σε: Google
    693 bytes (70 words) - 21:56, 31 December 2018
  • (Bacchus). Étymologie: ἐπί, ἐξ, Ἴακχος. ἐπεξιακχάζω (Α) αλαλάζω, φωνάζω θριαμβευτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + εξ + ιακχάζω (< Ίακχος «θεός τών κραυγών»)]. Αναζήτηση
    2 KB (94 words) - 22:15, 9 January 2019
  • ἰακχαῑος, -αία, -ον (Α) Ίακχος βακχικός («ἰακχαῑος στέφανος», Αθήν.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    164 bytes (18 words) - 06:36, 29 September 2017
  • Morfología: [gen. -ω A.Pr.588] 1 de cuernos de vaca o toro παρθένος A.Pr.l.c., Ἴακχος S.Fr.959, τῆς Ἴσιος ἄγαλμα Hdt.2.41, cf. Lib.Or.11.114. 2 subst. ὁ β. bot
    2 KB (185 words) - 06:10, 10 January 2019
  • οῦ, ὁ,    A worshipperofἼακχος, Benndorf-NiemannReisen in Lykien No.134b.
    530 bytes (10 words) - 10:05, 11 February 2019
  • ἰαχέων). ἰάκχιος: -ία, -ιον, βακχικός, σε Σοφ. Bacchanalian, Soph. [from Ἴακχος
    327 bytes (25 words) - 23:25, 9 January 2019
  • [Seite 1232] = ἰάχω, Suid., zur Ableitung von Ἴακχος. ἰακχῶ, -έω (Α) ιαχώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Αλλος τ. του ιαχώ, που μαρτυρείται στους τραγικούς, εμφανίζει μικρό
    475 bytes (37 words) - 07:18, 29 September 2017
  • ἰακχεῑον, τὸ (Α) Ίακχος ιερό του Βάκχου («παρὰ τὸ ἰακχεῑον... καθεζόμενος», Πλούτ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    190 bytes (21 words) - 07:18, 29 September 2017
  • βλ. Βάκχος (αμφίβ. προέλ.). Διόνῡσος: эп.-ион. Διώνῡσος ὁ (тж. Βάκχος, Ἴακχος, Βρόμιος Εὔιος) Дионис (сын Зевса и Семелы, рожденный ею преждевременно
    20 KB (2,481 words) - 14:40, 2 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)