Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀαρίζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • chat. (Il.) ὀαρίζω    1 utter softly λίγεια μὲν Μοῖσ' ἀφα[ ]μων τελευταῖς ὀαρίζε[ι ] λόγον τερπνῶν ἐπέων (supp. Lobel) (Pae. 14.33) ὀαρίζω (Α) (επικ.
    4 KB (343 words) - 04:20, 10 January 2019
  • ὀαρίζω (Α) (επικ. ρ. που χρησιμοποιείται μόνο στον ενεστ. και στον πρτ.) 1. συνομιλώ με οικειότητα ή ερωτικά, γλυκομιλώ ή ερωτοτροπώ («ὅθι ᾗ ὀάριζε γυναικί»
    745 bytes (56 words) - 12:06, 29 September 2017
  • familier ; p. ext. familier avec. Étymologie: ὀαρίζω. (ὀαρίζω): bosom friend, Od. 19.179†. ὀαριστής, ὁ (Α) οαρίζω φίλος με τον οποίο συναναστρέφεται και συνδιαλέγεται
    2 KB (170 words) - 04:20, 10 January 2019
  • ὀαριστύς IL rapports, càd lois ou habitudes de la guerre. Étymologie: ὀαρίζω. ύος (ὀαρίζω): familiar converse; πάρφασις, ‘fond beguilement,’ Il. 14.216; iron
    5 KB (378 words) - 04:20, 10 January 2019
  • Αἱ δύο λέξεις ὄαρ, ἡ, καὶ ὄαρος, ὁ, (ἴδε τὴν λέξιν) μετὰ τῶν παραγώγων, ὀαρίζω, ὀαριστής, ὀαριστύς, ὁμοιάζουσι τοσοῦτον πρὸς ἀλλήλας, ὥστε εἶναι δυσχερὲς
    6 KB (521 words) - 10:25, 20 January 2019
  • v. sub ὀαρίζω. ὠρίζεσκον: ἴδε ὀαρίζω. ὠρίζεσκον: Ιων. παρατ. του ὀαρίζω. ὠρίζεσκον: impf. iter. к ὠρίζω.
    554 bytes (16 words) - 06:24, 1 January 2019
  • που παραδίδει ο Ησύχιος «ομιλώ, φροντίζω» δείχνει σύγχυση του τ. με το ρ. ὀαρίζω «γλυκομιλώ» και τα παράγωγα της λ. ὤρα «φροντίδα»]. Αναζήτηση σε: Google
    2 KB (94 words) - 06:32, 1 January 2019
  • ant-wort): - Πιθ. ὡσαύτως καὶ αἱ λέξεις ἐρέω (Α), ἐρεείνω, ἐρωτάω, καὶ ἐρευνάω, ὀαρίζω, εἰρήνη νὰ ἔχωσι συγγένειαν πρὸς τὴν αὐτὴν ῥίζαν). Ι. θὰ εἴπω ἢ θὰ ὁμιλήσω
    15 KB (1,318 words) - 14:10, 31 January 2019
  • ὀάρισμα, τὸ (Α) οαρίζω (Α) φιλική συναναστροφή, φιλική συνομιλία, ιδίως μεταξύ συζύγων και ερωτευμένων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    233 bytes (23 words) - 12:06, 29 September 2017
  • 23. ὀάρισμα: τό, φιλικὴ συνομιλία, Ὀππ. Κυν. 4. 23. ὀάρισμα, τὸ (Α) οαρίζω (Α) φιλική συναναστροφή, φιλική συνομιλία, ιδίως μεταξύ συζύγων και ερωτευμένων
    1,012 bytes (61 words) - 12:06, 29 September 2017
  • συμπεριφορά τών πρωταγωνιστών κατά τη μάχη, η αρετή τών πολεμιστών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀαρίζω + επίθημα -τύς (πρβλ. ακοντισ-τύς, ξιφισ-τύς)]. Αναζήτηση σε: Google |
    975 bytes (69 words) - 12:06, 29 September 2017
  • που παραδίδει ο Ησύχιος «ομιλώ, φροντίζω» δείχνει σύγχυση του τ. με το ρ. ὀαρίζω «γλυκομιλώ» και τα παράγωγα της λ. ὤρα «φροντίδα»]. Αναζήτηση σε: Google
    672 bytes (53 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ὀαρισμός, ὁ (Α) οαρίζω οάρισμα («αἱμυλίους τε λόγους κρυφίους τ' ὀαρισμούς», Ησίοδ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    195 bytes (21 words) - 12:06, 29 September 2017
  • ὀαριστής, ὁ (Α) οαρίζω φίλος με τον οποίο συναναστρέφεται και συνδιαλέγεται κανείς με εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια, συνομιλητής, σύντροφος («Μίνως ἐννέωρος
    436 bytes (35 words) - 12:07, 29 September 2017
  • 787, Καλλ. Ἀποσπ. 118· ἐν τῷ ἑνικ., Κόϊντ. Σμ. 7. 316. ὀαρισμός, ὁ (Α) οαρίζω οάρισμα («αἱμυλίους τε λόγους κρυφίους τ' ὀαρισμούς», Ησίοδ.). Αναζήτηση
    1 KB (104 words) - 04:25, 10 January 2019