Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀβελία" on this wiki. See also the other search results found.

  • σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ὀβελία, ἡ (Α) οβελός πιθ. φόρος ενός οβολού. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    730 bytes (51 words) - 12:06, 29 September 2017
  • ὀβελία, ἡ (Α) οβελός πιθ. φόρος ενός οβολού. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    119 bytes (17 words) - 12:07, 29 September 2017
  • η ζωολ. γένος υδρόζωων κνιδοζώων, ασπόνδυλων θηλαστικών που είναι ευρύτατα διαδεδομένα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    198 bytes (20 words) - 12:06, 29 September 2017
  • ὀβελιαφόρος, -ον (Α) 1. αυτός που μετέφερε οβελία άρτο στους ώμους κατά τις πομπές 2. (το αρσ. πληθ. ως κύριο όν.) Ὀβελιαφόροι τίτλος δράματος του Εφίππου
    547 bytes (41 words) - 12:06, 29 September 2017
  • Ἐφίππου, πρβλ. Λοβ. Φρύν. 647. ὀβελιαφόρος, -ον (Α) 1. αυτός που μετέφερε οβελία άρτο στους ώμους κατά τις πομπές 2. (το αρσ. πληθ. ως κύριο όν.) Ὀβελιαφόροι
    2 KB (102 words) - 12:07, 29 September 2017