Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀβελίσκος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Spieße geprägte Münzen, die Veranlassung zu dem Namen ὀβολός gegeben. ὀβελίσκος: ὁ, ὑποκορ. τοῦ ὀβελός, μικρὸς ὀβελός, Ἀριστοφ. Ἀχ. 1007, Σφ. 354, Ὄρν
    7 KB (557 words) - 04:40, 10 January 2019
  • ο (Α ὀβελίσκος) 1. μικρός οβελός («φέρε τοὺς ὀβελίσκους, ἵν' ἀναπείρω τὰς κίχλας», Αριστοφ.) 2. το οξύ άκρο κάθε αντικειμένου που έχει σχήμα παρόμοιο με
    2 KB (135 words) - 12:07, 29 September 2017
  • piercing meat, etc.: V. ὀβελός, ὁ, ἀμφώβολος, ὁ. Little spit: Ar. and P. ὀβελίσκος, ὁ. Tongue of land: P. and V. αὐχήν, ὁ (Xen. and Eur., El. 1288), ἰσθμός
    763 bytes (87 words) - 10:04, 21 July 2017
  •    A = ὀβελίσκος IV, PSI6.698.16 (iv A. D.).    II part of a ship's tackle, PLond.3.1164hII (iii A. D.). ὀβολίσκος, ὁ (Α) 1. πιθ. οβελίσκος, οχετός
    1 KB (60 words) - 12:07, 29 September 2017
  • σφαγῆς… βουπόροι spits fit to pierce an ox's throat, Id.Andr.1134; β. ὀβελίσκος X.An.7.8.14. [Seite 459] Rinder durchbohrend, ὀβελός, ein großer Bratspieß
    3 KB (276 words) - 11:25, 26 February 2019
  • ὀβελισκοποιός, ὁ (Α) κατασκευαστής λύχνων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀβελίσκος + -ποιός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    278 bytes (17 words) - 12:07, 29 September 2017
  • Nach Arist. bei Poll. 9, 77 u. E. M. war anfangs ὀβολός = ὀβελός, s. oben ὀβελίσκος; wahrscheinlich waren spitze Stückchen Eisen oder Kupfer die ursprüngliche
    7 KB (640 words) - 10:25, 20 January 2019
  • ŏbĕliscus: i, m., = ὀβελίσκος (a small spit; hence), I An obelisk: trabes ex Syenite marmore fecere reges, obeliscos vocantes Solis numini sacratos, Plin
    1 KB (216 words) - 20:20, 27 February 2019
  • ένα είδος λυχνοστάτη που χρησιμοποιούσαν ιδίως οι στρατιώτες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀβελίσκος + λυχνίον. ' Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (124 words) - 06:32, 31 December 2018
  • vulg.,    A = ὀβελίσκος, PLond.2.329. v. ὀβελίσκος. Source: βιλίσκος
    476 bytes (10 words) - 12:20, 21 August 2017
  • λίθινος, τετράγωνος στήλη ἀπολήγουσα εἰς ὀξύ, Ἡρόδ. 2. 111, 170, πρβλ. ὀβελίσκος ΙΙΙ. ΙΙ. γραμμὴ ὁριζόντιος, , χρησιμεύουσα ὡς κριτικὸν σημεῖον ὅπως δείξῃ
    11 KB (898 words) - 04:20, 10 January 2019
  • kret.); 2. -ίσκος m. Bez. eines mediz. Instruments (Kreta V—IVa; wie ὀβελίσκος u. a.; Chantraine Form. 408); 3. -εῖα, -εῖον n. Eisenbergwerk (Arist.,
    28 KB (2,519 words) - 14:23, 3 October 2019
  • στήλη παρ’ Ἀνδοκ. 6. 15, πρβλ. Becker εἰς Χαρικλ. 395· κ. τετράπλευρος = ὀβελίσκος, Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 1061. ΙΙΙ. ἡ σταφυλή, λατ. columella, Ἱππ. Ἐπιδ. 1. 979
    16 KB (1,606 words) - 15:04, 2 October 2019
  • (Hero). Derivative: Davon 1. τορνίσκος m. Dreheisen (Ph. Bel., Delos; vgl. ὀβελίσκος u.a. Chantraine Form. 408). 2. -ία σταφυλή (Poll.), -ιος οἶνος (Hp.). 3
    11 KB (973 words) - 15:55, 2 October 2019
  • Δημ. 531. 9, Ἐπιγραφ. Ἀττ. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 464-5. 2) ὀξυτενὴς κίων ἢ ὀβελίσκος ἐστημένος ὡς ἄγαλμα ἢ βωμὸς αὐτοῦ πρὸ τῆς θύρας τῆς οἰκίας ἐπὶ τῆς ὁδοῦ
    4 KB (336 words) - 09:55, 11 February 2019
  • για καθαρισμό της κάννης, η βέργα μσν. βέλος, σαΐτα αρχ. 1. οβολός 2. οβελίσκος, ως ταφικο μνημείο («ἀνέθηκε ἔργα, ὀβελοὺς δύο λίθινους», Ηρόδ.) 3. παροιμ
    4 KB (297 words) - 12:45, 15 February 2019
  • ένα είδος λυχνοστάτη που χρησιμοποιούσαν ιδίως οι στρατιώτες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀβελίσκος + λυχνίον. ' Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    478 bytes (32 words) - 12:06, 29 September 2017
  • ὀβολίσκος, ὁ (Α) 1. πιθ. οβελίσκος, οχετός για αποχέτευση υδάτων 2. μέρος τών ξαρτιών του πλοίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀβελίσκος, με αφομοιωτική τροπή του -ε- σε
    496 bytes (37 words) - 12:07, 29 September 2017
  • обелиск = ὀβελίσκος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    43 bytes (37 words) - 23:50, 13 October 2019
  • медная = χαλκῆ, ὀβελίσκος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    60 bytes (38 words) - 11:10, 14 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)