Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀβελίτης" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἄρτος, = ὀβελίας, Poll. 1, 248. ὀβελίτης: [ῑ], ὁ, = ὀβελίας, Πολυδ. Α΄, 248, πρβλ. Ἡσύχ. ἐν λ. ἀκροβολίδες. ὀβελίτης, ὁ (Α) 1. οβελίας 2. (κατά τον Ησύχ
    990 bytes (57 words) - 12:07, 29 September 2017
  • ο (Α ὀβελίας και ὀβέλιος και ὀβελίτης) ως επίθ. ψημένος στη σούβλα («ὀβελίας ἄρτος», Ιπποκρ.) νεοελλ. αρνί που ψήνεται στη σούβλα, ιδίως το Πάσχα αρχ.
    1 KB (72 words) - 12:06, 29 September 2017
  • without ἄρτος, Pherecr.55, Nicopho 15 :—also ὀβέλιος, CIG3597b (Ilium) ; and ὀβελίτης (q. v.). But in ABIII we have ὀβολίας ἄρτους· τοὐς ὀβολοῦ πωλουμένους,
    4 KB (255 words) - 00:40, 1 January 2019
  • ὀβελίτης, ὁ (Α) 1. οβελίας 2. (κατά τον Ησύχ.) «ἄκρα τοῦ ὀβελίτου λίθου ἤ τῶν ὀβελίσκων». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    231 bytes (25 words) - 12:45, 15 February 2019
  • ὀβελίας (ἄρτος) bread toasted on a spit (Hp., Com.; Chantraine Form. 95); 3. ὀβελίτης = -ίας (Poll.; Redard 90); 4. ὀβελεία ( = ία) f. name of an iron object
    3 KB (293 words) - 04:55, 3 January 2019