Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀνίνημι" on this wiki. See also the other search results found.

  • Charm. 175 e; ὀνήσεσθαι im Ggstz von βλαβήσεσθαι, Alc. I, 120 d; Sp. ὀνίνημι: ὀνίνης Πλάτ. Ἱππ. Μείζ. 301C, ὀνίνησι Ἰλ. Ω. 45, Ἡσ., Ἀττ.: ἀπαρ. ὀνῐνάναι
    43 KB (4,186 words) - 14:05, 3 October 2019
  • (ΑΜ ὀνίνημι, Α μέσ. τ. και ὀνοῡμαι, -έομαι) ωφελώ, βοηθώ, ευεργετώ κάποιον αρχ. 1. προκαλώ χαρά και ευχαρίστηση σε κάποιον 2. (η ευκτ. αορ. για διαμαρτυρία
    3 KB (203 words) - 12:09, 29 September 2017
  •    A v. ὀνίνημι. ὄνασθαι: ἴδε ἐν λ. ὀνίνημι. inf. ao.2 Moy. de ὀνίνημι. ὄνασθαι: inf. aor. 2 med. к ὀνίνημι.
    577 bytes (21 words) - 01:16, 1 January 2019
  • 245 : hence later Ion. ὀνέᾱρ : prob. from *ὀνᾱϝαρ, cf. ὀνίνημι.) [Seite 345] ατος, τό (ὀνίνημι), 1) alles Nutzen Bringende, Hülfe, Beistand, πᾶσί τ'
    9 KB (753 words) - 15:30, 2 October 2019
  • rapporter un profit. Étymologie: ὀνίνημι. (ὀνίνημι): benefit, luck, prosperity, Od. 21.402†. ὄνησις: Δωρ. ὄνᾱσις, -εως, ἡ (ὀνίνημι), χρησιμότητα, ωφέλεια, πλεονέκτημα
    6 KB (491 words) - 04:55, 10 January 2019
  •    II also of ὀνίνημι (q.v.). ὠνάρχος· δῆμψος, Hsch. ὠνάμην: ὤνατο, μέσ. ἀόρ. τοῦ ὄνομαι, Ἰλ.· ἴδε Λοβ. εἰς Φρύν. 12. ΙΙ ὡσαύτως τοῦ ὀνίνημι, ἴδε ἐν λ.
    938 bytes (52 words) - 06:16, 1 January 2019
  •    A = ὀνίνημι, Ath.2.35c. [Seite 347] = ὀνίνημι, bei Ath. II, 35 c. ὀνίσκω: ὀνίνημι, Ἀθήν. 35C. ὀνίσκω (Α) (δ. γρφ.) ονίνημι. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλλ. ὀνήσω
    867 bytes (40 words) - 12:09, 29 September 2017
  • Πλάτ. Νόμ. 747C. ος, ον : utile, profitable, secourable. Étymologie: ὀνίνημι. ὀνήσιμος, -ον (Α) όνησις 1. χρήσιμος, ωφέλιμος, ευεργετικός 2. (για πράγματα)
    3 KB (171 words) - 17:40, 10 January 2019
  • ὀνήσει,    A v. ὀνίνημι. ὀνήμενος: ὄνησα, ὀνήσει, ἴδε τὸ ῥῆμα ὀνίνημι. v. ὀνίνημι. see ὀνίνημι. ὀνήμενος: μτχ. Μέσ. αορ. βʹ του ὀνίνημι· ὄνησα, Επικ
    916 bytes (40 words) - 01:00, 1 January 2019
  • v. ὀνίνημι. ὀνήσω: fut. к ὀνίνημι.
    110 bytes (6 words) - 01:00, 1 January 2019
  • v. ὀνίνημι. ὄνησο: эп. imper. aor. 2 med. к ὀνίνημι.
    130 bytes (10 words) - 08:08, 31 December 2018
  • 1ᵉ sg. opt. ao.2 Moy. de ὀνίνημι. ὀναίμην: ευκτ. Μέσ. αορ. βʹ του ὀνίνημι· ὄνασθαι, απαρ. ὀναίμην: opt. aor. 2 med. к ὀνίνημι.
    289 bytes (24 words) - 01:00, 1 January 2019
  • ao. de ὀνίνημι. see ὀνίνημι. ὤνησα: αόρ. αʹ του ὀνίνημι. ὤνησα: aor. к ὀνίνημι.
    247 bytes (14 words) - 07:56, 31 December 2018
  • θεοί Ant.Lib.25.2.    II as Adj., ἐ. νόος Orph.L.199. [Seite 1030] ὁ (ὀνίνημι), heißt Hermes, der sehr Nützende, Gewinnbringende, Il. 20, 72. 24, 679;
    4 KB (329 words) - 20:48, 31 December 2018
  • ao. poét. de ὀνίνημι. see ὀνίνημι. ὄνησα: эп. aor. к ὀνίνημι.
    182 bytes (11 words) - 14:24, 31 December 2018
  • ὠνήμην: ἴδε ὀνίνημι. ao. Moy. épq. de ὀνίνημι. see ὀνίνημι. ὠνήμην: Μέσ. Επικ. αορ. βʹ του ὀνίνημι· ὠνήθην, αόρ. αʹ. ὠνήμην: эп. aor. 2 med. к
    389 bytes (27 words) - 06:20, 1 January 2019
  • ἐριούνης / ἐριούνιος τη σημ. «ευεργέτης, αγαθοεργός» και τά συνέδεσαν με το ρ. ὀνίνημι «ωφελώ». Κατ' άλλη όμως άποψη, αρχικοί πρέπει να θεωρηθούν οι τ. «οὖνον
    2 KB (124 words) - 12:11, 29 September 2017
  • bienfaisant (Hermès), IL. 20.34, OD. 8.322. Étymologie: ἐρι-, ὀνίνημι. and ἐριούνιος (ὀνίνημι): helpful, the Helper, epith. of Hermes; subst., Il. 24.440
    4 KB (349 words) - 14:40, 2 October 2019
  • (שֵׁמַע‎) (שֹׁמַע‎) 字義溯源:名字,名叫,名號,名稱,姓名,名,叫;源自(γινώσκω)*=知道);比較: (ὀνίνημι)=使滿足,而 (ὀνίνημι)出自(ὀνομάζω)X=忽略*)。名字代表一個人,說出他的所是,他的使命,他的工作,他的目的。就如:耶穌,意為耶和華拯救,說
    60 KB (6,609 words) - 14:05, 3 October 2019
  •    A v. ὀνίνημι. ὀνέω: χάριν οὐδὲν ὀνοῦσαν = ὠφελοῦσαν, Γ. Παχ. τ. Β΄, σ. 346, 10, ἔκδ. Β, ἴδε ὀνίνημι. -ῶ : c. ὀνίνημι. ὀνέω: Luc. = ὀνίνημι.
    620 bytes (25 words) - 01:08, 1 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)