Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀνείδισις" on this wiki. See also the other search results found.

  • = ὀνειδισμός, Hsch.s.v. ἔλεγξις. [Seite 345] ἡ, = ὀνειδισμος, Sp. ὀνείδῐσις: ἡ, ὀνειδισμός, Ἡσύχ. ἐν λ. ἔλεγξις.
    659 bytes (20 words) - 11:29, 5 August 2017
  • η (Α ὀνείδισις) ονειδίζω ονειδισμός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    100 bytes (14 words) - 12:09, 29 September 2017
  • ὀνειδισίας καὶ τὰς πολλὰς ἐπιβουλὰς πῶς ὅλως ὑπομείνω;», Πρόδρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀνείδισις, κατά τα θηλ. σε -ία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    406 bytes (31 words) - 12:09, 29 September 2017
  • taunt (eccl. Lat.), Lact. 4, 18, 32; Vulg. Rom. 15, 3 al.; cf. improperium ὀνείδισις,> Gloss. Philox. Look up in: Google | Google Books | Perseus KWIC Corpus
    593 bytes (94 words) - 19:00, 27 February 2019