Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀπίσω" on this wiki. See also the other search results found.

  • εἶσιν ὀπίσσω, Od. 11, 149; ὀπίσω πάλιν οἴκαδε, Pind. N. 3, 59; ὀπίσω ἀναπλῶσαι, Her. 1, 78; ἤϊε τὴν αὐτὴν ὀπίσω ὁδόν, 1, 111; ὀπίσω σπάσας τὸν χαλινόν, Plat
    23 KB (2,298 words) - 14:30, 3 October 2019
  • (ΑΜ ὀπίσω, Α επικ. τ. ὀπίσσω) βλ. πίσω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    107 bytes (17 words) - 12:10, 29 September 2017
  • «ἐν τοῑσι ὀπίσω λόγοις σημανέω» (στον Ηρόδ.) στα επόμενα βιβλία β) «ἐκ τοῦ ὀπίσω» (σχετικά με πάπυρο) στο πίσω μέρος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. πίσω < ὀπίσω με σίγηση
    8 KB (678 words) - 12:50, 15 February 2019
  • [Seite 358] ep. = ὀπίσω, w. m. s. ὀπίσσω: Ἐπίρρ. Ἐπικ. ἀντὶ ὀπίσω, Ὅμ., ἴδε ὀπίσω. épq. c. ὀπίσω. ὀπίσσω: επίρρ., Επικ. αντί ὀπίσω. ὀπίσσω: adv.
    499 bytes (30 words) - 15:30, 9 January 2019
  • (a person's) hands behind his back: ὀπίσω τὼ χεῖρε δεῖν (Dem. and Ar.). adv. P. and V. ὄπισθεν, εἰς τοὔπισθεν, ὀπίσω, Ar. and P. κατόπιν, ἐξόπισθεν, V.
    880 bytes (94 words) - 09:22, 21 July 2017
  • τὰ ὀπίσθια σκέλη (Xen.). At the back, behind, adv.: P. and V. ὄπισθεν, ὀπίσω, Ar. and P. κατόπιν, ἐξόπισθεν, V. ὄπισθε. In the rear: P. κατὰ νώτου. On
    3 KB (306 words) - 11:51, 7 August 2017
  • Theoc.Ep.22.8 ; cf. ὀπίσω 11.1.    2 ἐν τοῖσι ὄ. λόγοισι in the books yet to come, in the following books, Hdt.5.22, 7.213 ; cf. ὀπίσω 11.2 : but, in Gramm
    19 KB (1,941 words) - 14:09, 3 October 2019
  • 1. δένω τα πόδια κάποιου, δεσμεύω («ἐμποδίσαντες τοὺς μάντιας καὶ χεῑρας ὀπίσω δήσαντες», Ηρόδ.) 2. (με δοτ. πράγμ.) γίνομαι εμπόδιο («ἐμποδιοῡσιν ἀλλήλαις»
    2 KB (138 words) - 07:08, 29 September 2017
  • Ἀττικ. κρᾶσιν ἀντὶ τὸ ὀπίσω, Εὐρ. Ἀποσπ. 50, Θουκ. 4. 4, κλπ. crase att. et poét. p. τὸ ὀπίσω. τοὐπίσω: κράση αντί τὸ ὀπίσω, σε Θουκ. τοὐπίσω: in
    412 bytes (33 words) - 13:44, 31 December 2018
  • Verses.] πάλιν: [ᾰ], ποιητ. ὡσαύτως πάλι (ὃ ἴδε), ἐπίρρ., 1) τόπου, ὀπίσω, πρὸς τὰ ὀπίσω, ἥτις παρ’ Ὁμήρ. καὶ Ἡσ. εἶναι ἡ μόνη σημασία· κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ
    33 KB (3,646 words) - 14:10, 3 October 2019
  • τρέπω ὀπίσω ἢ μακράν, μοῖραν Πινδ. Ἀποσπ. 164· μετὰ δ’ ὑμέας ἔτραπεν αἶσα Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 261. ΙΙ. κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, στρέφομαι, ὀπίσω, «γυρίζω»
    7 KB (552 words) - 14:07, 3 October 2019
  • ἐς τόπον Θουκ. 5. 10· ἐπ’ οἴκου ὁ αὐτ. 4. 96. ΙΙ. φέρω ὀπίσω, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 1106: - Παθ., ὀπίσω ἀποκομιζόμενον, ὑποστρέφοντα, Ἡρόδ. 5. 27. 1 emmener ;
    6 KB (567 words) - 11:45, 10 January 2019
  • τῇ Ἰλ.) πρὸς τὰ ὀπίσω, ὀπίσω πάλιν, Ἰλ. Λ. 461, Ν. 436, Σοφ. Ἀποσπ. 479· εξ. ἀποπέμπειν Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 88. 2) ὡς πρόθ. μετὰ γεν. ὀπίσω, ἐξοπίσω νεκροῦ
    4 KB (357 words) - 14:10, 31 January 2019
  • γυρίζω αὐτὸ ὀπίσω, ἁμάξας... καταλαβόντες καὶ ἀποστρέψαντες προσήλαυνον Ξεν. Κύρ. 4. 3, 1: ― στρέφω τινὰ ὀπίσω, τὸν κάμνω νὰ ὑπάγῃ ὀπίσω, ἀπαντᾷ κήρυκι
    37 KB (3,468 words) - 13:10, 3 October 2019
  • (κυρίως ως όρος παλαιστικός) ωθώ προς τα πίσω ή ωθώ μακριά, απωθώ («προωθεῑν ὀπίσω», Ιπποκρ.) 2. φρ. «προωθῶ ἐμαυτὸν» — ορμώ προς τα εμπρός, εφορμώ. Αναζήτηση
    2 KB (118 words) - 12:24, 29 September 2017
  • accent, A.D.Synt.308.8. ὑποστρέφω: μέλλ. -ψω, στρέφω πέριξ ἢ ὀπίσω, ὁδηγῶ ἢ ἄγω ὀπίσω, ἵππους Ἰλ. Ε. 581, πρβλ. 505· πάλιν ὑπ. βίοτον εἰς Ἅιδαν Εὐρ.
    15 KB (1,390 words) - 14:35, 3 October 2019
  • 680, cf. 15.141, 18(2).265.    III of Time, forward, πρόσσω καὶ ὀπίσσω, v. ὀπίσω 11; χρόνος . . ἰὼν πόρσω Pi.O.10(11).55; of continuance, A. Eu.747; hereafter
    32 KB (2,757 words) - 13:35, 2 October 2019
  • τύπος τοῦ αὖ, πρὸς ὃ συμφωνεῖ κατὰ τὰς πλείστας σημασίας: Ι. ἐπὶ τόπου, ὀπίσω, ὀπίσω πάλιν, αὖτις ἰέναι, βαίνειν κτλ., Ἰλ.· ὡσαύτως ἄψ αὖτις Ἰλ. Θ. 335· τὴν
    13 KB (1,232 words) - 11:10, 26 February 2019
  • of my suffering, ib. 899.    2 of Time, here, now, οὔτ' ἐνθάδ' ὁρῶν οὔτ' ὀπίσω neither the present nor the future, Id.OT488 (lyr.); αὐτίκ' ἐ. Id.OC992.
    24 KB (2,808 words) - 13:30, 3 October 2019
  • υποβάλλομαι σε κόπο, κουράζομαι («καὶ ἔκοψέ σου τὴν οὐραγίαν τοὺς κοπιῶντας ὀπίσω σου, σὺ δὲ ἐκείνας καὶ ἐκοπίας», ΠΔ) 2. εργάζομαι σκληρά, μοχθώ, κοπιάζω
    818 bytes (72 words) - 06:41, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)