Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀπαδός" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο ὀπᾱδός: -όν, Δωρ. και Αττ. αντί Ιων. ὀπηδός, I. ακόλουθος, σύντροφος, υπηρέτης, σε Σοφ., Ευρ.· μεταφ., ἀοιδὰ στεφάνων ὀπαδός, σε Πίνδ.· πυκνοστίκτων
    5 KB (416 words) - 04:55, 10 January 2019
  • ο, η (Α ὀπαδός, ιων. τ. ὀπηδός) αυτός που συμπορεύεται, συνοδοιπόρος, ακόλουθος νεοελλ. αυτός που αποδέχεται και ακολουθεί τις πολιτικές ή κοινωνικές ή
    991 bytes (71 words) - 12:10, 29 September 2017
  • (pl., also V. θέραπες, οἱ), ἀκόλουθος, ὁ. V. πρόσπολος, ὁ or ἡ, ὀπάων, ὁ, ὀπαδός, ὁ or ἡ, Ar. and V. πρόπολος, ὁ or ἡ, Ar. ἀμφίπολος, ὁ or ἡ. slave: P. and
    1 KB (130 words) - 09:16, 20 May 2020
  • ἡ, Ar. and P. θεράπων, ὁ, ἀκόλουθος, ὁ, V. πρόσπολος, ὁ or ἡ, ὀπάων, ὁ, ὀπαδός, ὁ or ἡ, Ar. and V. πρόπολος, ὁ or ἡ, Ar. ἀμφίπολος, ὁ or ἡ; see servant
    970 bytes (90 words) - 08:51, 20 May 2020
  • 7.7). [Seite 356] ὁ, ion. u. ep. = ὀπαδός, Hom., s. oben. ion. c. ὀπαδός. ὀπηδός, ὁ (Α) (δωρ. τ.) βλ. οπαδός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    6 KB (546 words) - 15:30, 2 October 2019
  • P. ἱπποκόμος, ὁ, V. ἱπποβούκολος, ὁ. attendant on a knight: V. ὀπαδός, ὁ, ὀπάων, ὁ, ὑπασπιστήρ, ὁ, P. and V. ὑπασπιστής, ὁ (Xen.), ὑπηρέτης, ὁ. bridegroom:
    547 bytes (48 words) - 08:54, 20 May 2020
  • πρόπομπος, ὁ, P. ἀγωγός, ὁ. bodyguard: P. and V. δορύφοροι, οἱ. attendant: V. ὀπαδός, ὁ, ὀπάων, ὁ. ⇢ Look up "escort" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    1 KB (107 words) - 08:51, 20 May 2020
  • attendant: P. and V. ὑπηρέτης, ὁ, Ar. and P. θεράπων, ὁ, V. ὀπάων, ὁ, ὀπαδός, ὁ, πρόσπολος, ὁ; see also esquire. writing: P. and V. γραφή, ἡ. all who con
    695 bytes (70 words) - 08:53, 20 May 2020
  • attendant: P. and V. ὑπηρέτης, ὁ, ὑπασπιστής, ὁ (Xen.), V. ὀπαδός, ὁ, ὀπάων, ὁ, ὑπασπιστήρ, ὁ. serve as esquire to, v.: V. ὑπασπίζειν (dat.). ⇢ Look
    402 bytes (41 words) - 08:58, 20 May 2020
  • -μσν. 1. περιμένω 2. συμπεριφέρομαι φιλικά μσν. επιθυμώ αρχ. 1. γίνομαι οπαδός ή μαθητής κάποιου 2. επιτρέπω, δίνω την άδεια 3. ικανοποιούμαι, αρκούμαι
    1 KB (69 words) - 06:56, 29 September 2017
  • and V. οἰκέτης, ὁ, ὑπηρέτης, ὁ, διάκονος, ὁ or ἡ, V. πρόσπολος, ὁ or ἡ, ὀπαδός, ὁ or ἡ, ὀπάων, ὁ, Ar. and P. θεράπων, ὁ, ἀκόλουθος, ὁ, Ar. and V. πρόπολος
    493 bytes (53 words) - 09:16, 20 May 2020
  • ὀσταθείς Id.). (The relation to ἕπομαι, ὀπαδός, ὀπάων is uncertain.) [Seite 355] (ἕπομαι, vgl. ὀπάων, ὀπαδός), 1) folgen od. begleiten lassen, zum Gefährten
    30 KB (2,764 words) - 15:26, 2 October 2019
  • Opp. H.5.489 ; ὀ. Νύμφην IG14.1389i52. [Seite 356] ονος, ὁ (ἕπομαι, vgl. ὀπαδός), Geleiter, Gefährte, der hinterhergeht, bes. Waffengefährte, untergeordnet
    8 KB (698 words) - 16:05, 2 October 2019
  • ὅμως ὀπαδὸς εἶναι ἐν χρήσει παρὰ τοῖς Τραγ. seul. prés. et impf. sans augm. ὀπάδεον; suivre, accompagner τινι, ἅμα τινί, qqn. Étymologie: ὀπαδός. ὀπᾱδέω
    5 KB (459 words) - 04:35, 10 January 2019
  • -α, -ο (ΑΜ θρῆσκος, -ον, θηλ. και -α) ο οπαδός θρησκείας ο οποίος πιστεύει στα δόγματα ή στις θρησκευτικές αρχές και μετέχει ταχτικά στη θρησκευτική ζωή
    503 bytes (41 words) - 06:36, 29 September 2017
  • 549. 3) ἐπὶ τοῦ Βάκχου, ἀρχηγὸς θιάσων, Ἀνθ. Π. 9. 524, 8. 4) καθόλου, ὀπαδός, μαθητής, Λουκ. Δραπέτ. 4, Θεμίστ. 33C. ου (ὁ) : 1 membre d’un thiase
    5 KB (386 words) - 14:35, 14 January 2019
  • τηρώ πορεία, διευθύνομαι 2. επαναλαμβάνω μια ενέργεια, μιμούμαι 3. είμαι οπαδός κάποιου, συμφωνώ με τις αρχές του 4. φρ. «ακολουθώ κατά πόδας ή κατά βήμα
    3 KB (149 words) - 06:48, 29 September 2017
  • «εραστής του θεάτρου» β. «εραστής της μελέτης» γ. «εραστής του Πλάτωνος») 3. οπαδός, ακόλουθος, διατεθειμένος με θαυμασμό (α. «oἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί»,
    1 KB (116 words) - 12:25, 15 February 2019
  • μαινάδι ἴση Ἰλ. Χ. 460, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δημ. 387· ἰδίως βάκχη, τοῦ βάκχου ὀπαδός, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 350, Σοφ. Ο. Τ. 212, κτλ.· ἐπὶ τῶν Ἐρινύων, Αἰσχύλ. Εὐμ
    4 KB (332 words) - 03:35, 10 January 2019
  • Ag.426 (lyr.), and once in a late Pap., Sammelb.4324.11 (Tab. Defix.) : ὀπαδός however is used by Trag. [Seite 356] ion. = ὀπαδέω, Hom. oft. ion. c
    3 KB (189 words) - 00:40, 31 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)