Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀτόστυλλος" on this wiki. See also the other search results found.

  • τό, a plant, Epich.161. [Seite 405] ὁ, eine Pflanze, Ath. II, 71 a. ὀτόστυλλος, ό, και ὀτοστυλλον, τὸ (Α) είδος φυτού. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονομ. φυτού άγνωστης
    816 bytes (47 words) - 12:11, 29 September 2017
  • ὀτόστυλλος, ό, και ὀτοστυλλον, τὸ (Α) είδος φυτού. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονομ. φυτού άγνωστης ετυμολ. Έχει προταθεί η διόρθωση του τ. σε ὀπόφυλλον]. Αναζήτηση σε:
    326 bytes (30 words) - 12:11, 29 September 2017