Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀχετάριος" on this wiki. See also the other search results found.

  • ὁ, = Lat.    A aquilex, Gloss. (pl.). ὀχετάριος, ὁ (Μ) αυτός που έχει την ικανότητα να διακρίνει τα μέρη κάτω από τα οποία υπάρχει νερό, υδροσκόπος.
    883 bytes (43 words) - 12:12, 29 September 2017
  • ὀχετάριος, ὁ (Μ) αυτός που έχει την ικανότητα να διακρίνει τα μέρη κάτω από τα οποία υπάρχει νερό, υδροσκόπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀχετός + κατάλ. -άριος, πιθ.
    479 bytes (37 words) - 12:12, 29 September 2017