Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὀψαρτύω" on this wiki. See also the other search results found.

  • würzen, Pol. 12, 24, 2 u. Sp. ὀψαρτύω: [ῡ], = ὄψα ἀρτύω, παρασκευάζω ἢ καρυκεύω ἐδέσματα, Πολύβ. 12. 24, 2, Ἀθήν. 18Α. ὀψαρτύω (Α, Μ ὀψοαρτύω) παρασκευάζω
    1 KB (72 words) - 09:48, 31 December 2018
  • ὀψαρτύω (Α, Μ ὀψοαρτύω) παρασκευάζω ή καρυκεύω εδέσματα. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρ. σχηματ. από το ουσ. ὀψαρτυτής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    272 bytes (24 words) - 12:12, 29 September 2017
  • Zusammenbildungen: ὀψαρτυτής m. Koch mit -τικός, -σία (Kom. usw.), Rückbildung ὀψαρτύω (hell.); ὀψώνης m. ‘Zukostläufer, -händler’ (Ar.Fr.503 u.a.) mit -ία, -έω
    18 KB (1,751 words) - 15:50, 2 October 2019
  • εξαρτύω αρχ. επαρτύω, καταρτύω, προαρτύω, συναρτύω (αρχ.- μσν.) διαρτύω, οψαρτύω, παραρτύω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    3 KB (240 words) - 11:20, 23 December 2018
  • стряпать = μαγειρεύω, ὀψαρτύω, τεύχω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    79 bytes (39 words) - 21:40, 13 October 2019
  • ὀψοαρτύω (Μ) βλ. οψαρτύω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    77 bytes (13 words) - 12:12, 29 September 2017
  • готовить блюда = ὀψαρτύω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    39 bytes (38 words) - 18:35, 13 October 2019
  • παρεσκευασμένη διὰ καρυκεύματος τροφή, Νικήτ. Χρον. 95Α. ὀψάρτυμα, τὸ (Μ) οψαρτύω έδεσμα παρασκευασμένο με καρύκευμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    453 bytes (35 words) - 12:04, 29 September 2017
  • ὀψάρτυμα, τὸ (Μ) οψαρτύω έδεσμα παρασκευασμένο με καρύκευμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    149 bytes (17 words) - 12:12, 29 September 2017
  • εξαρτύω αρχ. επαρτύω, καταρτύω, προαρτύω, συναρτύω (αρχ.- μσν.) διαρτύω, οψαρτύω, παραρτύω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    19 KB (1,831 words) - 13:20, 3 October 2019