Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὁδαγός" on this wiki. See also the other search results found.

  • 429. ὁδᾱγός: ὁ, Δωρικ. ἀντὶ ὁδηγός, ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἀττικ., Πόρσ. εἰς Εὐριπ. Ὀρ. 26, Λοβ. εἰς Φρύνιχ. 429. πρβλ. κυναγός, λοχαγός. ὁδαγός, ὁ (Μ)
    839 bytes (60 words) - 17:40, 8 July 2020
  • ο, η (ΑΜ ὁδηγός, Μ και ὁδαγός) 1. αυτός που προπορεύεται δείχνοντας την πορεία στους άλλους που ακολουθούν 2. ως επίθ. οδηγός, -ό οδηγητικός, καθοδηγητικός
    4 KB (262 words) - 12:07, 29 September 2017
  • ὁδαγός, ὁ (Μ) βλ. οδηγός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    80 bytes (14 words) - 11:59, 29 September 2017
  • pilot-boats, Sammelb.7173.16(ii A. D.). [Seite 292] ὁ, = ὁδηγητής (s. auch ὁδαγός); Pol. 5, 5, 15; Plut. u. a. Sp., auch adj., αἱ ὁδηγοὶ τῆς διανοίας αἰσθήσεις
    7 KB (615 words) - 17:36, 8 July 2020