Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὁρμητικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • ὁρμητικῶς ἔχειν, = σεύεσθαι, Ath. IX, 401 b; Arist. H. A. 6, 18 u. oft. ὁρμητικός: -ή, -όν, (ὁρμάω) ὡς καὶ νῦν, πλήρης ὁρμῆς, ἐνέχων ὁρμήν, ἡ ὁρμ. δύναμις
    4 KB (328 words) - 01:20, 1 January 2019
  • -ή, -ό (Α ὁρμητικός, -ή, -όν) ορμώ αυτός που εκδηλώνεται με ένταση, με δύναμη, σφοδρός μσν. (για έμβια όντα) αυτός που ενεργεί ή κινείται με ορμή, με βία
    907 bytes (78 words) - 12:04, 29 September 2017
  • ὁρμᾱτικός: дор. = ὁρμητικός.
    82 bytes (3 words) - 12:32, 31 December 2018
  • Folgde. σφοδρός: -ά, -όν, καὶ ός, όν, Πλάτ. Πολ. 586C· ― ὡς τὸ σφεδανός, ὁρμητικός, βίαιος, ὑπερβολικὸς (ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. ἅπαξ ἐν τῷ ἐπιρρ., ἴδε κατωτ.)
    10 KB (861 words) - 10:30, 20 January 2019
  • -η, -ο αυτός που δεν συγκρατιέται, ακράτητος, ορμητικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + συγκρατώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Ακρόπολις]. Αναζήτηση
    413 bytes (30 words) - 06:24, 29 September 2017
  • νεανικήν Ἄλεξις ἐν «Πονήρᾳ» 2· ἐπὶ δένδρων, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 5. 1, 11. 2) ὁρμητικός, γενναῖος, μεγαλόψυχος, φαιδρός, ὡς τὸ Λατ. superbus, τὸ νεανικώτατον,
    13 KB (966 words) - 12:50, 15 February 2019
  • 104C· βὴξ Ἀρετ. π. Αἰτ. Ὀξ. Παθ. 2. 2. 2) ἐπὶ ἐνεργειῶν καὶ τῶν τοιούτων, ὁρμητικός, σφοδρός, πρόθυμος, συντόνῳ χερὶ λύει τὸν αὐτῆς πέπλον Σοφ. Τρ. 919· συντόνῳ…
    15 KB (1,166 words) - 11:30, 10 January 2019
  • αυτόν δηλ. που ενεργεί ή κινείται με ταχύτητα ή με ένταση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ορμητικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1874 στο περιοδικό Όμηρος]. Αναζήτηση σε: Google
    431 bytes (38 words) - 12:10, 29 September 2017
  • ὠκειάων Ὀδ. Ι. 101, Ἰλ. Δ. 500, κλπ.· θηλ. ὠκὺς Ἰω. Γαζαῖος 1. 240. Ταχύς, ὁρμητικός, ταχυκίνητος, ἀντίθετον τῷ βραδύς, Ὀδ. Θ. 329, 331· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον
    3 KB (338 words) - 09:12, 5 August 2017
  • 223, etc. κραιπνός: -ή, -όν, (ἴδε ἐν τέλ.), ὡς τὸ καρπάλιμος, ταχύς, ὁρμητικός, Βορέης, θύελλαι Ὀδ. Ε. 385., Ζ, 171· πομποῖσιν ἅμα κραιπνοῖσι φέρεσθαι
    8 KB (632 words) - 15:25, 2 October 2019
  • φελλεύς «πετρώδες έδαφος». Εξάλλου μία σύνδεση με τα ζάφελος, ζαφελής «ορμητικός, βίαιος» φαίνεται αστήρικτη]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    2 KB (114 words) - 07:00, 29 September 2017
  • ζᾰφελής: -ές, ὁρμητικός, βίαιος, μετ’ ἐπιρρ. -λῶς, Ἡσύχ.· πρβλ. ἐπιζαφελῶς· κατὰ τὸν Σουΐδ., = πάνυ ἀφελής. Ἐν Νικ. Ἀλ. 568 ἔχομεν πυρὸς ζαφέλοιο (ἐκ τοῦ
    865 bytes (70 words) - 16:58, 6 January 2019
  • σπεύδων, ὁρμητικός, ταχύς, βέλος Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 454· καθόλου, ὁ σπεύδων, «βιαστικός», ἄγγελοι Αἰσχύλ. Θήβ. 285· οὕτως ἐπὶ νόσων καὶ ἀλγηδόνων, ὁρμητικός, δεινός
    4 KB (267 words) - 01:05, 10 January 2019
  • δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί, να συγκρατηθεί 2. ακατάσχετος, βίαιος, ορμητικός 3. αχαλίνωτος, ανυπότακτος, αδάμαστος αρχ.-μσν. 1. ο άπιαστος, ο αναφής
    508 bytes (43 words) - 06:49, 29 September 2017
  • είναι τρελός για δέσιμο «ούτε με αλυσίδες δεν κρατιέται», είναι πολύ ορμητικός και παράφορος «ρίχνω κάποιον στις αλυσίδες», φυλακίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αλυσίδα
    2 KB (163 words) - 10:20, 23 December 2018
  • αισθήματα) ευνοϊκός, ευμενής («ἤπιαι φρένες», Ευριπ.) 2. που δεν είναι ορμητικός («ἠπιώτερα ρεύματα», Μένων) 3. (για ποτό) ο γλυκός 4. φρ. «ἤπιον ἦμαρ»
    2 KB (164 words) - 07:17, 29 September 2017
  • -όν, ἔχων κλίσιν ἢ ῥοπὴν εἰς τὸ ὠθεῖν, ἔχων δύναμιν νὰ ὠθῇ, σφοδρός, ὁρμητικός, ὠστικὴ ... ἡ τοῦ πνεύματος φύσις Ἀριστ. περὶ Ζῴων Κινήσ. 10, 4· τὸ ὠστ
    2 KB (139 words) - 07:08, 1 January 2019
  • by impetuosity in fight, Il.5.811. πολυᾶϊξ: [ᾱ], ῑκος, (ἀΐσσω) ὁ λίαν ὁρμητικός, σφοδρός, μαινόμενος, πόλεμος Ἰλ. Α. 165, Ὀδ. Λ. 314· κάματος π., κόπωσις
    983 bytes (55 words) - 11:20, 5 August 2017
  • είδος βιολέτας 7. στον πληθ. αἱ φλόγες τα μετέωρα 8. μτφ. (στην ποίηση) ορμητικός πολεμιστής («οἱ δ' ὡς Ἰδομενῆα ἵδον φλογὶ εἴκελον ἀλκήν», Ομ.ίλ.) 9. φρ
    4 KB (269 words) - 12:50, 29 September 2017
  • √ΛΑϜ, πρβλ. λαῦρος, ἀπολαύω)· 1) παρ’ Ὁμ. μόνον ἐπὶ φυσικῶν δυνάμεων, ὁρμητικός, βίαιος, σφοδρός, Ζέφυρος λάβρος ἐπαιγίζων Ἰλ. Β. 148· οὖρον... λάβρον
    22 KB (1,851 words) - 13:55, 2 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)