Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὄαρ" on this wiki. See also the other search results found.

  • οἰκεῖον, φίλον, πιθανὸν καὶ τὸ ὄαρ (ἡ σύζυγος) νὰ εἶχεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοιαύτην σημασίαν· - Οἱ ἐτυμολόγοι ἀναφέρουσι τὸ ὄαρ εἰς τὴν √ΣΕΡ, εἴρω, sero (συνδέω
    8 KB (767 words) - 15:25, 2 October 2019
  • πάντα μετ' ἀθανάτοις ὀαρίζειν», Ύμν. εις Ερμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄαρ «γυναίκα σύζυγος» (βλ. λ. όαρ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    745 bytes (56 words) - 12:06, 29 September 2017
  •    A v. ὦρ, ὄαρ. ὤρεσσιν: ἴδε ἐν λ. ὦρ, ὄαρ. see ὄαρ. ὤρεσσιν: Επικ. δοτ. πληθ. του ὦρ, ὄαρ.
    568 bytes (19 words) - 02:40, 31 December 2018
  • πάντα μετ' ἀθανάτοις ὀαρίζειν», Ύμν. εις Ερμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄαρ «γυναίκα σύζυγος» (βλ. λ. όαρ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    4 KB (343 words) - 04:20, 10 January 2019
  • etc. [Seite 289] ἡ, = ὄαρ, Hesych.; das homerische ὀάρων läßt sich freilich auch auf diesen nom. zurückführen. ὁ (vgl. ὄαρ), = ὀαρισμός, trauliches
    5 KB (446 words) - 10:30, 20 January 2019
  • ὠχυρωμένοι» Ἡσύχ. contr. de ὄαρ. ὦρ: ἡ, Επικ. δοτ. πληθ. ὤρεσσιν, συνηρ. αντί ὄαρ. ὦρ: ἡ (dat. pl. ὤρεσσιν Hom.) стяж. к ὄαρ.
    836 bytes (65 words) - 06:24, 1 January 2019
  • v. ὄαρ. ὤρεσσι: dat. pl. к ὦρ (= ὄαρ).
    110 bytes (8 words) - 07:24, 31 December 2018
  • (dub.). ὦπται, v. ὁράω. *ὦρ, ἡ, dat. pl. ὤρεσσιν contr. for ὀάρεσσιν (v. ὄαρ), Il.5.486.    II ὦρες, οἱ, strong towers, Hsch. Ὦπις: ἡ, Δωρ. ἀντὶ οὖπις
    1 KB (93 words) - 10:05, 11 February 2019
  • junction (Hp.). - S. also ἀριθμός, ἀρείων, ἀρέσκω with ἀρετή, ἄρτι, ἁμαρτή, ὄαρ. Origin: IE [Indo-European] [55] *h₂er- fit (together) Etymology: The pres
    47 KB (4,447 words) - 13:30, 2 October 2019
  • ὀτρύνω, ὄζος, ὄσχος u.a.; näheres unter den einzelnen Wörtern; vgl. auch ὄαρ. Etymology : Ohne direkte außergriech. Entsprechung. Eine ähnliche Funktion
    2 KB (172 words) - 15:35, 2 October 2019
  • ὀτρύνω, ὄζος, ὄσχος, ὄψον; further see under the separate words; cf. also ὄαρ. It is very rare, and doubtful. Origin: XX [etym. unknown] Etymology: Without
    2 KB (236 words) - 06:47, 3 January 2019
  • specialization of the first (extensive discussion). See also: ἀρτήρ, ὰρτάω, ἄορ, ὄαρ. attic αἴρω [Root ΑΕΡ] [ἀ¯ρῶ contr. as if from ἀερῶ, which is not in use
    51 KB (4,737 words) - 14:05, 2 October 2019
  • προβάτειον, Suid. οἴαροι (Α) (κατά το λεξ. Σούδα) «γυναῑκες». [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. όαρ / οάρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    847 bytes (46 words) - 12:07, 29 September 2017
  • подруга = ἑταίρα, ἑτάρη, ἑταίρη, ὄαρ, φίλη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com |
    100 bytes (41 words) - 12:30, 14 October 2019
  • жена = ἄκοιτις, γαμετή, ὄαρ, νύμφευμα, ἄλοχος, δάμαρ, πλᾶτις Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    146 bytes (43 words) - 09:45, 14 October 2019
  • d’ord. au plur. commerce intime ; p. ext. relations familières. Étymologie: ὄαρ.
    156 bytes (13 words) - 20:04, 9 August 2017
  • εκ-φοβ-ισ-μός, χώρ-ισ-α > χωρ-ισ-μός). Η κατάλ. -ισμός εμφανίστηκε νωρίς (πρβλ. ὀαρ-ισμὸς < ὀαρ-ίζω «συνομιλώ τρυφερά» στον Ησίοδο), η χρήση της όμως παρέμεινε περιορισμένη
    6 KB (350 words) - 15:15, 15 January 2019
  • супруга = ἄκοιτις, γαμετή, ὄαρ, εὐνή, εὐνά, σύζυξ, ὅμευνος, ἄλοχος, δάμαρ, πλᾶτις, εὐνήτειρα, εὐνάτειρα, εὖνις, ὁμευνέτις, ὁμόκοιτις, παράκοιτις, σύζυγος
    354 bytes (53 words) - 22:25, 13 October 2019
  • μεγάλου ὀαριστὴς Ὀδ. Τ. 179, πρβλ. Πλάτ. Μίνων 319D· Πυθαγόρην ... σεμνηγορίης ὀαρ. Τίμων παρὰ Διογ. Λ. 8. 36. οῦ (ὁ) : qui vit en commerce intime avec, compagnon
    2 KB (170 words) - 04:20, 10 January 2019
  • οἴαροι (Α) (κατά το λεξ. Σούδα) «γυναῑκες». [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. όαρ / οάρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    225 bytes (21 words) - 12:07, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)