Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὄα" on this wiki. See also the other search results found.

  • HP3.2.1, CP 2.8.2 ; ὄη τὸ δένδρον, ἧς ὁ καρπὸς ὄα καλεῖται, ὑπὸ δὲ τῶν πολλῶν οὖα Gal.12.87. ὄα (B) or ὀά, ἡ,=ὤα,    A hem or border, A.Fr.280A, Ar.Fr.228 ;
    7 KB (739 words) - 15:30, 2 October 2019
  • = Ὄη.
    31 bytes (1 word) - 20:04, 9 August 2017
  • Full diacritics: ὀᾶ Medium diacritics: ὀᾶ Low diacritics: οα Capitals: ΟΑ Transliteration A: oâ Transliteration B: oa Transliteration C: oa Beta
    469 bytes (15 words) - 19:44, 9 August 2017
  •    A v. ὄα (A). [Seite 296] ἡ, ion. = ὄα, w. m. s. ὄη: ἡ, ἴδε ἐν λ. ὄα.
    456 bytes (18 words) - 10:56, 5 August 2017
  • spelling, ὄα Poll.7.62, Hdn.Gr.2.271; ὄα and ᾤα Hsch.; ᾦα Theognost.Can.106; ὦα Eust. (v. supr.), quoting Ael.Dion.Fr.266 (whose lexicon gave both ὄα and ᾦα)
    7 KB (637 words) - 16:10, 2 October 2019
  • καπνίζω (πρβλ. προταριχεύω), βάλλω εἰς ἅλμην, ὥσπερ οἱ τὰ ὅα τέμνοντες καὶ μέλλοντες ταριχεύειν (τὰ ὄα, σοῦρβα ἢ σούρδουλα, ἅπερ καὶ νῦν ἔτι τέμνουσιν εἰς δύο
    8 KB (658 words) - 11:15, 10 January 2019
  • οὖα,    A v. ὄα (A) 1,11.
    359 bytes (6 words) - 23:39, 8 February 2013
  • φαρέτρα, Hsch. ὄον, τό,    A the fruit of the service-tree, v. ὄα (A). ὅου, Ep. gen. for οὗ, of whom, v. ὅς.
    509 bytes (23 words) - 23:36, 8 February 2013
  • ἡ τοῖς προβάτοις περιτιθεμένη διφθέρα, Hsch.; cf. ὄα, ὤα, also ὑποδίφθερος. ἔῳγα, ἔῳγμαι,    A v. οἴγνυμι. ἔωθα, ἐώθεα, v. ἔθω.
    552 bytes (20 words) - 22:00, 8 February 2013
  • elderberry tree See also: s. ὄα. 2. Grammatical information: f. Meaning: village (Chios IVa, A. R., H., Theognost.); Att. name of a deme Ὄα (archaich form acc.
    3 KB (281 words) - 19:33, 6 January 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο-Fάδης (με αττική συναίρεση κατά το αττικό πρότυπο της κράσεως οα > ᾱ) < αυτός + Faδ-, αδείν (ανδάνω), άδος. ΠΑΡ. αυθάδεια (Α και -ία) αρχ.
    1 KB (58 words) - 15:12, 15 January 2019
  • ὀᾱ (Α) (ποιητ. σχετλιαστικό επιφών.) ουαί, φευ, αλίμονο («ὀᾱ, ὀᾱ, στενάγματος τοῦδε μὴ πόλις πύθηται», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Επιφώνημα που συνδέεται φωνολογικά
    441 bytes (35 words) - 12:45, 15 February 2019
  • öfter in diesem Stücke. ὀά: [ᾱ], οὐά, Λατ. vae! οὐαί! μετὰ γεν., Αἰσχύλ. Πέρσ. 116, 122. interj. cri de douleur. ὀά: [ᾱ], ουαί, ουαί! επιφών., Λατ
    2 KB (168 words) - 15:25, 2 October 2019
  • τό,    A v. ὄα (A). οὖον: τό, ἴδε ὄα Α. oὖov, τὸ (Α) (δ. γρφ.) βλ. όον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    451 bytes (26 words) - 12:11, 29 September 2017
  • (II)] (κατά τον Ησύχ.) «ὥσπερ, καθάπερ». (II) οἴα, ἡ (Α) βλ. ὄα (ΙΙ). (III) οἴα, ἡ (Α) (βλ. όα (Ι). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    319 bytes (33 words) - 11:40, 9 January 2019
  • ὁμώνυμος, EM27.24. (Possibly cogn. with Lat.    A avia.) αἶα (C),    A = ὄα, Ael.Dion.Fr.16. αἶα: ἡ, Ἐπ. τύπος ἀντὶ τοῦ γαῖα, χάριν τοῦ μέτρου, Ὅμ.
    6 KB (600 words) - 14:18, 2 October 2019
  • Arist.Phgn. 813a28.    II sauce, Nic.Th.622, cf. Hsch. s.v. βάμβα.    III = ὄα, AB362. [Seite 431] τό, Alles, worin etwas eingetaucht wird, bes. Farbe
    5 KB (465 words) - 17:50, 10 January 2019
  • [Seite 408] ἡ, = ὄα, Diosc., zw.
    111 bytes (6 words) - 18:44, 2 August 2017
  • -έας) τῶν προβάτων τὰ σκεπαστήρια δέρματα H.; also οἶαι διφθέραι, μηλωταί; ὄα μηλωτή H. With lengthened grade(?) ᾤα f. fleece of sheep (com., Att. inscr
    13 KB (1,311 words) - 13:50, 2 October 2019
  • οὔα, ἡ (Α) βλ. ὄα (Ι). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    72 bytes (15 words) - 12:11, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)