Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὄνομα" on this wiki. See also the other search results found.

  • genannt wird, ἐμοὶ δ' ὄνομα κλυτὸν Αἴθων, 19, 183, Εὐρυβάτης δ' ὄνομ' ἔσκε, 247, öfter; ὄνομα τῇ κολάσει εὐθῦναι, Plat. Prot. 326 d, wie ὄνομα αὐτῷ εἶναι Ἀγάθωνα
    59 KB (6,641 words) - 16:00, 4 July 2020
  • P. and V. ὄνομα, τό, V. κληδών, ἡ. reputation: P. and V. δόξα, ἡ, ὄνομα, τό, κλέος (rare P.), V. βάξις, ἡ, φάτις, ἡ. good name: P. and V. ἀξίωμα, τό, εὐδοξία
    3 KB (251 words) - 18:55, 6 June 2020
  • προσωνῠμία: ἡ (ὄνομα), επωνυμία, σε Πλούτ. προσωνῠμία: ἡ прозвище Plut. προσωνυμία -ας, ἡ, Ion. προσωνμίη [πρός, ὄνομα] bijnaam. προσ-ωνῠμία, ἡ, ὄνομα a surname
    2 KB (118 words) - 19:20, 28 June 2020
  • ὄνομα τίθεσθαι = give a name, impose a name ⇢ Look up "ὄνομα τίθεσθαι" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's
    72 bytes (30 words) - 21:45, 3 July 2020
  • το όνομά του, ονομάτιση, κατονομασία 2. απονομή τίτλου, διορισμός («η ονομασία τών νέων ανθυπολοχαγών») νεοελλ. το αποτέλεσμα του ονομάζω, το όνομα αρχ
    693 bytes (53 words) - 12:01, 29 September 2017
  • the representation of a thing: P. πότερον τοῦτο οὐκ ἀρέσκει σε τὸ εἶναι τὸ ὄνομα δήλωμα τοῦ πράγματος (Plato, Cratylus 433D). Met., creature: P. and V. φυτόν
    961 bytes (99 words) - 09:16, 20 May 2020
  • subs. Ar. and P. ὄνομα, τό. Look up noun on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    135 bytes (23 words) - 09:47, 21 July 2017
  • κατὰ κρᾶσιν ἀντὶ τὸ ὄνομα, οὕς κεν ἐῢ γνοίην καὶ τοὔνομα μυθησαίμην Ἰλ. Ρ. 235 (Spitzn. καί τ’ οὔνομα). crase p. τὸ ὄνομα. τὸ ὄνομα. contraction for
    1 KB (155 words) - 14:39, 3 October 2019
  • noun: Ar. and P. ὄνομα, τό. ⇢ Look up "substantive" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ
    180 bytes (23 words) - 09:14, 20 May 2020
  • ὄνομα παρώνυμον = a name derived from another ⇢ Look up "ὄνομα παρώνυμον" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's
    69 bytes (29 words) - 21:40, 3 July 2020
  • εἰς ἓν ὄνομα συνάγειν = comprehend under one name ⇢ Look up "εἰς ἓν ὄνομα συνάγειν" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal
    67 bytes (32 words) - 20:50, 3 July 2020
  • celebrity: P. and V. δόξα, ἡ, εὐδοξία, ἡ, αξίωμα, τό, κλέος, τό (rare P.), ὄνομα, τό. Ar. and V. εὔκλεια, ἡ, κῦδος, τό, V. κληδών, ἡ. honour: P. and V. τιμή
    732 bytes (73 words) - 18:56, 6 June 2020
  • πότερον τοῦτο οὐκ ἀρέσκει σε τὸ εἶναι τὸ ὄνομα δήλωμα τοῦ πράγματος = are you not satisfied of this that a name is a representation of a thing, are you
    193 bytes (77 words) - 17:59, 6 July 2020
  • appointment: P. and V. κατάστασις, ἡ. name: P. and V. ὄνομα, τό, P. προσηγορία, ἡ, πρόσρημα, τό, ἐπίκλησις, ἡ. ⇢ Look up "designation" on Perseus Dictionaries
    353 bytes (36 words) - 09:08, 20 May 2020
  • name: P. and V. ὄνομα, τό, P. ἐπίκλησις, ἡ, V. κληδών, ἡ. honour: P. and V. τιμή, ἡ. prerogative: P. and V. γέρας, τό. reputation: P. and V. δόξα, ἡ, κλέος
    768 bytes (79 words) - 08:52, 20 May 2020
  • ασυνήθιστος στη μορφή ή τη φύση, παράδοξος, τερατώδης αρχ. φρ. «ἀλλόκοτον ὄνομα», παράδοξη, ασυνήθιστη λέξη «ἀλλόκοτον πράγμα», δυσάρεστο, σκληρό, φοβερό
    1,006 bytes (63 words) - 10:50, 23 December 2018
  • ὁ Πλούτων, Ἰλ. Ι. 457. ΙΙΙ. διὰ τῆς κολακείας τῶν αὐλικῶν τὸ ὄνομα Ζεὺς κατήντησεν ὄνομα τῶν Μακεδόνων βασιλέων τῆς Συρίας, Σελεύκου Διὸς Νικάτορος Συλλ
    5 KB (482 words) - 09:57, 5 August 2017
  • προς το ὄνομα (μία μόνο λέξη), σε Πλάτ. 3. η υπόθεση του λόγου, πράγμα, αντικείμενο, σε Καινή Διαθήκη II. στους Γραμμ., ρήμα, αντίθ. προς το ὄνομα (ουσιαστικό)·
    15 KB (1,561 words) - 16:00, 4 July 2020
  • ὀνύμαξε αὐτόθι 2. 84· (ὄνομα). Ὀνομάζω, καλῶ τινα κατ’ ὄνομα, προφέρω τὸ ὄνομά τινος, ὁμιλῶ περὶ τινος ὀνομαστί, ὁμιλῶ πρός τινα κατ’ ὄνομα, ἐπὶ προσώπων, πατρόθεν
    24 KB (2,229 words) - 14:45, 7 July 2020
  • P. and V. τιμή, ἡ, δόξα, ἡ, εὐδοξία, ἡ, ἀξίωμα, τό, κλέος, τό (rare P.), ὄνομα, τό, Ar. also V. εὔκλεια, ἡ, κῦδος, τό, V. κληδών, ἡ. ⇢ Look up "reputation"
    645 bytes (68 words) - 08:53, 20 May 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)