Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὄσσε" on this wiki. See also the other search results found.

  • ὄσσομαι, ὄψομαι.) ὄσσων, ὄσσοις, ὄσσε (τὼ); les deux yeux : ὄσσε λαμπέσθην, ὄσσε φάανθεν, ou avec le verbe au sg. : ὄσσε δεδήει IL ses yeux brillaient. Étymologie:
    8 KB (815 words) - 15:35, 2 October 2019
  • in ὄπις, ὄσσε, ὄμμα, ὤψ (s. vv.); ὄσσε from *ὄκ-ι̯ε points to IE *h₃ekʷ-, which has several representatives in many IE languages; cf. on ὄσσε. ὄπωπα:
    8 KB (858 words) - 15:30, 2 October 2019
  •    I Act., tearless, ἀ. καὶ ἀπήμων Il.1.415, cf. Od.24.61; ἀδακρύτω ἔχεν ὄσσε 4.186; ἀστένακτος κἀ. S.Tr.1200; εὐνάζειν ἀ. βλεφάρων πόθον so that they
    7 KB (567 words) - 11:20, 10 January 2019
  • πεδίῳ πῦρ δαίετο καῖε δὲ νεκρούς Il.21.343; πυρὶ ὄσσε δεδήει blazed with fire, 12.466; ἐν δέ οἱ ὄσσε δαίεται blaze like fire, Od.6.132; σεμνῶν ὀργίων ἐδαίετο
    37 KB (3,544 words) - 14:28, 2 October 2019
  • κάλυψεν 5.553; τὸν δὲ σκότος ὄσσε κάλυψεν 4.461,503, etc.; τὸν δὲ κατ' ὀφθαλμῶν ἐρεβεννὴ νὺξ ἐκάλυψεν 13.580; τὼ δέ οἱ ὄσσε νὺξ ἐκάλυψε μέλαινα 14.439;
    40 KB (3,624 words) - 13:45, 3 October 2019
  • son cœur; 2 écarter, repousser, acc. ; αἷμα σχεθεῖν OD étancher le sang ; ὄσσε γόοιο OD arrêter ses yeux de pleurer. Étymologie: ἔχω. σχεθεῖν: эп. σχεθέειν
    2 KB (157 words) - 07:36, 31 December 2018
  • διαίνετο… ἄξων Il. 13.30; οἴνῳ διαίνων ἔντερ' Axionic.8.3:—Med., διαίνεσθαι ὄσσε wet one's eyes, A.Pers.1064 (lyr.): and abs., weep, ib.258 (lyr.); δίαινε
    9 KB (870 words) - 14:35, 2 October 2019
  • (ὄσσε) Ep. Verb, used only in pres. and impf. without augm., pres. (I.-E.    A oqu̯-yo-) corresponding to fut. ὄψομαι (v. ὄψ) : Act. ὄσσω only EM562.6
    10 KB (863 words) - 15:30, 2 October 2019
  • 1, 460, wie κατὰ δὲ σκότος ὄσσε κάλυψε 16, 325; εἴθ' ὄφελεν κἀμὲ θανάτου κατὰ μοῖρα καλύψαι Aesch. Pers. 881; μέλας γὰρ ὄσσε κατεκάλυψε θάνατος Eur. Troad
    8 KB (745 words) - 13:50, 3 October 2019
  • 7.5, 17.658, etc.; οὐ μέν θην κάμετον… ὀλλῦσαι Τρῶας 8.448; ἔκαμον δέ μοι ὄσσε πάντῃ παπταίνοντι Od.12.232; but οὐδέ τι τόξον δὴν ἔκαμον τανύων I did not
    47 KB (4,702 words) - 13:55, 3 October 2019
  • μσν. φρ. «νύκτα πολλά» — πολύ προτού ξημερώσει αρχ. 1. ο θάνατος («ἀμφὶ δὲ ὄσσε κελαινὴ νὺξ ἐκάλυψε», Ομ. Ιλ.) 2. το δυτικό μέρος του ορίζοντα, η δύση 3
    13 KB (811 words) - 15:20, 15 January 2019
  • ὁ,    A weeping, wailing, σχέθε δ' ὄσσε γόοιο Od.4.758; also of louder signs of grief, ib.103; ἐρικλάγκταν γόον Pi.P.12.21; ἀρίδακρυς γ., πολύδακρυς γ
    8 KB (877 words) - 14:25, 2 October 2019
  • ἄμερσε πάτρας (O. 12.16) • Prosodia: [ᾰ-] 1 dañar c. ac. ὄσσε δ' ἄμερδεν αὐγὴ χαλκείη Il.13.340, ὄσσε δ' ἄμερδε ... αὐγὴ ... κεραυνοῦ Hes.Th.698, ἔντεα ..
    16 KB (1,457 words) - 14:15, 2 October 2019
  • ὄπτιλλος. (Derived by various suffixes from root oqu̯- 'see' in ὄψομαι, ὄσσε, ὄσσομαι, ὀφθαλμός, Lat. oculus.) ὀκκῦλαι· τὸ ὀκλάσαι, καὶ ἐπὶ τῶν πτερ<ν>ῶν
    869 bytes (46 words) - 14:05, 16 January 2019
  • σελήνην», Αριστοφ.) 3. κατεβάζω τα βλέφαρα νεκρού, του κλείνω τα μάτια («ὄσσε καθαιρήσουσι θανόντι περ», Ομ. Ιλ.) 4. φονεύω, σκοτώνω («ἥπερ καθεῑλε ταῡρον»
    4 KB (273 words) - 12:30, 15 February 2019
  • ἤστραπτε γοργωπὸν σ. A.Pr.358, cf. E.Cyc.663 (so in Hom., ὄσσε λαμπέσθην ὡς εἴ τε πυρὸς σ. Il.19.366; ὄσσε δεινὸν ὑπὸ βλεφάρων ὡς εἰ σ. ἐξεφάανθεν ib.17): metaph
    20 KB (1,910 words) - 15:45, 2 October 2019
  • also be an enlargement of the root noun in ὄσσε (Schwyzer 524, Porzig Satzinhalte 266). -- Cf. ὄπωπα and ὄσσε (not ὀφθαλμός). ὄμμα, ατος, τό, [Root found
    31 KB (2,902 words) - 14:05, 3 October 2019
  • ):—poet. Adj.,    A shining, radiant, πῦρ Il.5.215; σελήνη 8.555; Ἠώς Od.4.188; ὄσσε Il.13.3; χαλκός 12.151; κασσίτερος 23.561; ὀρείχαλκος, χρυσός, Hes.Sc.122
    10 KB (784 words) - 14:50, 9 January 2019
  • φάος κακά ib.368; δειλίαν Pl.Mx.246e:—Pass., with fut. Med., shine out, οἱ ὄσσε δεινὸν ὑπὸ βλεφάρων, ὡς εἰ σέλας, ἐξεφάανθεν Il.19.17; appear plainly, πλευρὰ
    24 KB (2,348 words) - 21:40, 9 January 2019
  •    2 in Il. always of the darkness of death, mostly in phrase τὸν δὲ σ. ὄσσε κάλυψεν 4.461, al.; στυγερὸς δ' ἄρα μιν σ. εἷλεν 5.47, 13.672; so in Trag
    37 KB (3,647 words) - 14:25, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)