Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὄχανον" on this wiki. See also the other search results found.

  • ), ὅθεν ἡ φράσις πολυρράφῳ πόρπακι παρὰ Σοφ. ἐν Αἴ. 576. - Καθ’ Ἡσύχ.: «ὄχανον· ὁ τῆς ἀσπίδος πόρπαξ. καὶ ὁ δεσμός. καὶ ὅπου ἐμβάλλουσι τὰς τρίχας» (ἴσως
    4 KB (399 words) - 05:10, 10 January 2019
  • | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ὀχάνη: (ᾰ) ἡ Plut. = ὄχανον. ὄχανον, ὀχή etc. See also: s. ἔχω.
    1 KB (74 words) - 07:14, 3 January 2019
  • ὀχῆες τῆς ὑστέρης, = ὄχοι 11.2, Aret.SD2.11 (vv. ll. ὄσχιες, ὄχιες).    II = ὄχανον, οἱ ὀ. οἱ σκύτινοι Plb.18.18.4.    III axle, σφαίρης ἥ τ' ἀμφὶς ὀχῆος ἀεὶ
    7 KB (607 words) - 04:50, 10 January 2019
  • στρέφων πόρπακος ἑπτάβοιον ἄῤῥηκτον σάκος, Soph. Ai. 573, nach Schol. für ὄχανον gesetzt; ἐμβαλὼν πόρπακι χεῖρα, Eur. Hel. 1392 (bei dem es auch ein Theil
    6 KB (516 words) - 00:10, 10 January 2019
  • δ. ἐστιν διὰ τὴν περιφέρειαν Sor.4.5.131, αἱ μικραί (θηλαί) Sor.2.8.55, ὄχανον ... δ. ὑπὸ λειότητος Luc.Anach.27 •difícil de capturar de enemigos, D.C
    4 KB (348 words) - 21:14, 9 January 2019
  • [Indo-European] [1168] *u̯erǵ- work Etymology: Formation like ξόανον (: ξέω, -ξοος), ὄχανον (: ἔχω, ὄχος, -οχος), πλόκανον (: πλέκω, πλόκος), ὁρκάνη (: ὅρκος, ἕρκος)
    17 KB (1,358 words) - 04:45, 10 January 2019
  • ές,    A of Carian work, ὄχανον Anacr.91. Κᾱρικοεργής: эол. Κᾱρικευργής 2 изготовленный карийскими мастерами (ὄχανον Anacr.).
    646 bytes (17 words) - 09:45, 13 January 2019
  • ἡ,    A = ὄχανον, Sch.A.Pr.618. [Seite 431] ἡ, wie ὄχμα, der Halt, bes. die Handhabe, der Griff, das Tragband am Schilde, Schol. Aesch. Prom. 619.
    1 KB (64 words) - 12:12, 29 September 2017
  • musical instrument (S. Fr. 238); ξοάνων προθύρων ἐξεσμένων H.; formation like ὄχανον (: ἔχω), πλόκανον (: πλέκω) a.o. (Chantraine 198; not with Bq, WP. 1, 450
    13 KB (1,050 words) - 15:20, 15 January 2019
  • ινδ. varsa- «βροχή». Πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν ότι η λ. οὐρανός (πρβλ. όχανον, ξόανον) είναι μεταρρηματικό παράγωγο ενός αμάρτυρου στην Ελληνική ρήματος
    6 KB (452 words) - 12:50, 15 February 2019
  • τους αγκώνες πολεμικής μηχανής γ) οι οίακες τών πλοίων 4. λαβή ασπίδας, όχανον 5. άξονας τροχού 6. φρ. «ὀχῆες τῆς ὑστέρης» — τα νεύρα της μήτρας. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (98 words) - 12:12, 29 September 2017
  • varṣá- n. m. rain (cf. Wackernagel KZ 29, 129 = Kl. Schr. 1,632). As e.g. ὄχανον, ξόανον can go back to ἔχω, ξέω, οὑρανός can as nom. ag. belong to a primary
    4 KB (403 words) - 05:30, 3 January 2019
  • αὐτὴν. Εἰς μεταγεν. χρόνους τὸν ἕτερον τῶν κανόνων ἀντικατέστησε λαβίς τις, (ὄχανον, πόρπαξ). 2) ἐργαλεῖον ὑφαντικόν, πιθ. ἡ κερκὶς («σαγίττα»), δι’ ἧς ἡ κλωστὴ
    33 KB (3,007 words) - 11:30, 26 February 2019
  • pastry H. s. φυσακτήρ, -ευμα n. id. -εῖον panificium Gloss. (: *-εύω); cf. ὄχανον, πλόκανον a.o., Chantraine Form. 198. 7. ποπάς, -άδος f. id. (AP); cf. πλοκάς
    23 KB (2,069 words) - 14:05, 16 January 2019
  • ὀχάνη, ἡ (Α) όχανον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετεροιωμένη βαθμίδα ὀχ του ἔχω (Ι) + κατάλ. -άνη (πρβλ. χοάνη)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    338 bytes (24 words) - 12:05, 29 September 2017
  • Boßhardt Die Nom. auf -ευς 30, also on ὀχεύω pounce upon etc.; cf. s. v.); ὄχανον shield-holder (Anakr., Hdt.), also ὀχάνη (Plu.; cf. Chantraine Formation
    228 KB (22,533 words) - 22:55, 9 January 2019
  • ινδ. varsa- «βροχή». Πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν ότι η λ. οὐρανός (πρβλ. όχανον, ξόανον) είναι μεταρρηματικό παράγωγο ενός αμάρτυρου στην Ελληνική ρήματος
    42 KB (4,217 words) - 11:55, 26 February 2019
  • ΠΑΡ. σχεδόν, σχέση, σχήμα αρχ. εχέτης, εχέτλη, έχης, έχησις, έχμα, εχμάζω, όχανον, οχεύς, οχή, οχός, σχέδην. ΣΥΝΘ. (Για τα σύνθ με Α' συνθετικό βλ. εχε-)
    32 KB (2,474 words) - 12:20, 15 February 2019