Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὅκη" on this wiki. See also the other search results found.

  • General | Authors & Works [Seite 315] ion. = ὅπη, Her. ion. c. ὅπη. ὅκη: Ιων. αντί ὅπη.
    443 bytes (28 words) - 17:45, 8 July 2020
  • ὄππα ib. 12(2).645a47. Theoc.28.4; but ὄππᾳ prob. in Alc.Supp.1A.4; Ion. ὅκη (better ὅκῃ) Hdt. (v. infr.) :—Adv., relat. and indirect interrog.: I of place
    13 KB (1,301 words) - 16:58, 14 January 2022
  • παίρνω με τη βία, κλέβω ή λεηλατώ («άρπαξε να φας και κλέψε να 'χεις» — πρβλ. «ὁκὴ 'πιώρκεις ἡρπακὼς», Αριστοφ.) νεοελλ. 1. προσβάλλομαι από αρρώστια («την άρπαξα
    6 KB (463 words) - 08:40, 27 March 2021
  • 299, ἐν ... ἑκάστῃ (νηΐ) ... ἑκατὸν καὶ εἴκοσι βαῖνον Il.2.510, οὐκ ἐπαΐων ὅκη βαίνει Heraclit.B 117, Ἥβα ... παρὰ ματέρι βαίνοισ' Pi.N.10.18, ξίφους βαίνω
    79 KB (8,403 words) - 15:55, 11 January 2022
  • τεῖχος Il.; ἴθυσαν πρός . . Hdt. II. c. inf. to strive or struggle to do, Od.; ὅκη ἰθύσειε στρατεύεσθαι whichever way he purposed to march, Hdt.
    8 KB (751 words) - 23:45, 31 January 2022
  • παίρνω με τη βία, κλέβω ή λεηλατώ («άρπαξε να φας και κλέψε να 'χεις» — πρβλ. «ὁκὴ 'πιώρκεις ἡρπακὼς», Αριστοφ.) νεοελλ. 1. προσβάλλομαι από αρρώστια («την άρπαξα
    38 KB (3,732 words) - 14:05, 18 April 2022