Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "Ὀδύσσεια" on this wiki. See also the other search results found.

  • η (Α Ὀδύσσεια) βλ. οδύσσειος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο Ὀδύσσεια: ἡ, η Οδύσσεια, το Ομηρικό
    7 KB (805 words) - 06:56, 22 September 2019
  • η (Α Ὀδύσσεια) βλ. οδύσσειος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    88 bytes (14 words) - 12:07, 29 September 2017
  • Ὀδύσσεια, Ὀδυσσεία, ἡ.
    150 bytes (3 words) - 06:48, 22 September 2019
  • συμπεράνει ή να μαντεύσει κάτι (α. «τα μάτια είναι το κάτοπτρο της ψυχής» β. «ἡ Ὀδύσσεια καλόν ἀνθρωπίνου βίον κάτοπτρον») αρχ. το χειρουργικό εργαλείο εδροδιαστολέας
    2 KB (110 words) - 06:40, 29 September 2017
  • εὖ γὰρ ἐξεπίσταμαι ὁμιλίας κ. companionship's true mirror, A.Ag.839; ἡ Ὀδύσσεια καλὸν ἀνθρωπίνου βίου κ. Alcid. ap. Arist.Rh.1406b13; κ. φύσεος, of a wine-cup
    5 KB (397 words) - 11:40, 26 February 2019
  • χαρακτήρα, που επιδρά στο ήθος ή στα ήθη, χαρακτηριστικός, εκφραστικός («ἡ δέ Ὀδύσσεια... ἠθική» Αριστοτ.) 2. ευπρεπής, κόσμιος 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ
    6 KB (494 words) - 11:31, 14 January 2019
  • Έλληνες απέδιδαν τα δύο μεγάλα έπη της αρχαιότητας, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. [ΕΤΥΜΟΛ. Η επικρατέστερη άποψη για την ετυμολογία του ονόματος του Ομήρου
    769 bytes (66 words) - 12:08, 29 September 2017
  • Davon Ὀδυσήϊος (σ 353). Ὀδύσσεια f. die Odyssee (Hdt., Pl. u.a.) mit Ὀδυσσειακός ‘zur Od. gehörig’ (Hdn. Gr., Sch.), τὰ Ὀδύσσεια ‘Odysseus-Spiele’ (Magn
    15 KB (1,539 words) - 15:35, 2 October 2019
  • η (Α Ὀδύσσεια) βλ. οδύσσειος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο Ὀδύσσεια: ἡ, η Οδύσσεια, το Ομηρικό
    7 KB (829 words) - 06:57, 22 September 2019
  • 1956 •Ἀθηνᾶς ἱερόν el santuario de Atenea en Iberia cerca de la ciu. de Ὀδύσσεια (= Oducia?) en Turdetania, Str.3.2.13 •Ἀ. βωμός Altar de Atenea isla del
    10 KB (986 words) - 13:45, 2 October 2019
  • 1391b22, cf. 1395b13; ἠ. τραγῳδία Id.Po.1456a1; ἡ Ἰλιὰς παθητικόν, ἡ δὲ Ὀδύσσεια ἠ. ib.1459b15; ἠ. μέλη, ἁρμονίαι, Id.Pol.1341b34, 1342a3 (Sup.); οὐκ ἔστιν
    14 KB (1,023 words) - 11:25, 14 January 2019
  • καὶ ἡ χρῆσις τῆς λέξεως ἐν ταύτῃ τῇ σημασίᾳ εἶναι τόσον ἀρχαία ὅσον καὶ ἡ Ὀδύσσεια (Ζ. 220, Σ. 179): ἀκολούθως, καθόλου: ἀλοιφή, πίσσωμα, γάνωμα, ἐπίβλημα
    9 KB (789 words) - 15:20, 9 January 2019
  • σχήμα: άλειψα-αλείφω, έγλυψα-γλύφω, έγραψα-γράφω. Το ρ. βάπτω απαντά στην Οδύσσεια και στην Ιωνική-Αττική με τη σημασία του «βυθίζω (κυρίως για βαφή)» (σίδηρο
    4 KB (293 words) - 06:24, 29 September 2017
  • πλοῦν καὶ τὰς περιπετείας τῶν Ἑλλήνων μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Τροίας, ὡς ἡ Ὀδύσσεια ἦτο ὁ νόστος τοῦ Ὀδυσσέως, Ἀθήν. 446C, πρβλ. Lennep εἰς Φάλαρ. σ. 49, Müller
    13 KB (1,149 words) - 15:25, 2 October 2019
  • 17. Derivative: Davon Οἰδιπόδεια f. ‘Oidipus-Sage’ (Arist. u.a.; nach ἡ Ὀδύσσεια), auch τὰ Οἰεια ds (Paus.) von Οἰδιπόδειος Adj. (Plu., Paus.). Etymology :
    10 KB (878 words) - 15:30, 2 October 2019
  • -Υά. Η λ. γλώσσα που σήμαινε αρχικά το γνωστό όργανο του στόματος από την Οδύσσεια και μετά δήλωνε και τον λόγο, την ομιλία. Αργότερα η λ. έλαβε πολλές σημασίες
    11 KB (685 words) - 07:02, 29 September 2017
  • Synes.Ep.66 (p.107), ὁρμή Orph.H.33.2, ἡ ἐ. καὶ πολεμικὴ Ἰλιάς op. ἡ ἠθικὴ Ὀδύσσεια Heraclit.All.60 •dispuesto al combate, enardecido de una estatua de Héctor
    14 KB (1,430 words) - 12:05, 10 January 2019
  • πνοή ανέμου», διάφορη της λ. άελλα. Ο όρος αύρα χρησιμοποιείται άπαξ στην Οδύσσεια για να δηλώσει «το πρωινό αεράκι που σηκώνεται από ποτάμι» ενώ στον Ησίοδο
    3 KB (245 words) - 15:11, 15 January 2019
  • Derivatives: Όδυσήϊος (σ 353). Όδύσσεια f. the Odyssey (Hdt., Pl.) with Όδυσσειακός belonging to Od. (Hdn. Gr., sch.), τὰ Όδύσσεια Odyssean games (Magn. Mae
    11 KB (1,104 words) - 19:55, 21 September 2019
  • -ή, -ό (Α ὀδυσσειακός, -ή, -όν) Οδύσσεια αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Οδύσσεια ή αυτός που αρμόζει στην Οδύσσεια νεοελλ. μτφ. περιπετειώδης αρχ.
    466 bytes (40 words) - 12:07, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)