Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὑγίανσις" on this wiki. See also the other search results found.

  • 1170] ἡ, die Heilung, Arist. phys. 5, 5. ὑγίανσις: ἡ, ἀποκατάστασις εἰς ὑγείαν, ἀντίθετον τῷ νόσανσις, «ὑγίανσις ἡ εἰς ὑγίειαν (μεταβολή), νόσανσις (ἢ νόσωσις)
    2 KB (112 words) - 20:29, 5 January 2019
  • -άνσεως, και δ. τ. ὑγίασις, -άσεως, η, Α βλ. υγίαση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    126 bytes (19 words) - 12:58, 29 September 2017
  • [Seite 1170] ἡ, = ὑγίανσις, Arist. eth. eud. 2, 1. ὑγίασις: εως ἡ Arst. v. l. = ὑγίανσις.
    230 bytes (16 words) - 05:00, 1 January 2019
  • opp. ὑγίανσις, Arist.Ph.230a22, Plot.6.3.22 and 23; v.l. for νόσωσις, Arist. Ph.229a26. [Seite 263] ἡ, das Erkranken, Krankwerden, Ggstz ὑγίανσις, Arist
    2 KB (112 words) - 08:56, 31 December 2018
  • ill (Arist., Gal.). -- C. Substant. 1. νόσανσις f. getting ill (Arist.: ὑγίανσις; *νοσαίνω); 2. unclear νοσίμη (leg. -ήμη?) = νόσημα (Theognost.). Origin:
    24 KB (2,146 words) - 14:05, 3 October 2019
  • From γηράσκω: γηράσιμος getting older (Tlos), and γήρανσις (Arist.) after ὑγίανσις (Chantraine 281). Origin: IE [Indo-European] [390] *ǵerh₂- be, become old
    23 KB (2,427 words) - 13:15, 3 October 2019
  • η / ὑγίανσις, -άνσεως, ΝΑ, και δ.τ. ὑγίασις Α ὑγιαίνω η αποκατάσταση της υγείας, θεραπεία νεοελλ. μτφ. η μετατροπή ενός τόπου ή ενός χώρου σε υγιεινό,
    474 bytes (44 words) - 12:49, 29 September 2017
  • ἡ (Α) τέλεια θεραπεία, γιατρειά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + ὑγίασις (αντί του ὑγίανσις < ὑγιαίνω), πιθ. αναλογικά προς το καθ-αγίασις (< καθ-αγιάζω)]. Αναζήτηση
    647 bytes (36 words) - 07:20, 29 September 2017
  • выздоровление = ὑγίανσις, ὑγίεια Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    60 bytes (38 words) - 17:30, 18 October 2019
  • τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. [ΕΤΥΜΟΛ. < γηράσκω, κατά το πρότυπο του υγίανσις]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    578 bytes (47 words) - 07:02, 29 September 2017
  • здоровье = ὑγίανσις, εὐθηνία, ὑγιές, ὑγιεινόν, αὐτοϋγίεια, ὑγίεια, ὑγεία, ὑγιεία, ὑγιείη, ὑγείη, εὐεξία Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    239 bytes (47 words) - 21:05, 13 October 2019