Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὑδασιστεγής" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ὑδᾰσιστεγής: -ές, αυτός που εμποδίζει την είσοδο νερού, σε Ανθ. ὑδᾰσιστεγής: (ῡ) задерживающий воду, водонепроницаемый
    2 KB (131 words) - 12:55, 9 January 2019
  • -ές, Α (ποιητ. τ.) αυτός που εμποδίζει την εισροή νερού, υδατοστεγής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕδασι, δοτ. πληθ. της λ. ὕδωρ, ὕδατος + -στέγης (< στέγος < στέγω), πρβλ
    559 bytes (34 words) - 12:42, 29 September 2017
  • [Seite 1172] ές, = ὑδασιστεγής (?). -ές, Ν αδιαπέρατος από το νερό, στεγανός, υδροστεγής. επίρρ... υδατοστεγώς με υδατοστεγή τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ύδωρ
    803 bytes (44 words) - 12:45, 29 September 2017
  • водонепроницаемый = ὑδασιστεγής Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    47 bytes (37 words) - 05:10, 14 October 2019
  • задерживающий воду = ὑδασιστεγής Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    47 bytes (38 words) - 18:20, 13 October 2019