Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὑπένερθε" on this wiki. See also the other search results found.

  • , der bald vor-, bald nachsteht, ποδῶν δ' ὑπένερθε 2, 150, ὑπένερθε Χίοιο Od. 3, 172; Hes. Sc. 418; ὑπένερθε γαίας ἐών Pind. N. 10, 87, vgl. frg. bei Plat
    5 KB (454 words) - 02:10, 10 January 2019
  • prep. beneath: P. and V. ὑπό (gen., V. also dat.; see under), Ar. and P. ὑπένερθε (gen.), V. ἔνερθε, ἔνερθεν (gen.), νέρθε, νέρθεν (gen.), κάτω (gen.). inferior
    1 KB (133 words) - 04:57, 16 November 2019
  • motion: Ar. and P. ὑπό (acc.). Below: P. and V. ὑπό (gen.), Ar. and P. ὑπένερθε (gen.), V. ἔνερθε(ν) (gen.), νέρθε(ν) (gen.), κάτω (gen.). Look up underneath
    466 bytes (66 words) - 10:08, 21 July 2017
  • subjection: P. and V. ὑπό (dat.). Below: P. and V. ὑπό (gen.), Ar. and P. ὑπένερθε (gen.), V. ἔνερθε(ν) (gen.), νέρθε(ν) (gen.), κάτω (gen.). In accordance
    3 KB (324 words) - 10:07, 21 July 2017
  • «υποβάλλω θεμέλια» β. «κάτω μὲν ὑποβαλεῑτε τῶν Μιλησίων ἐρίων», Εύβουλ. γ. «ὑπένερθε δὲ λίθ' ὑπέβαλλεν», Ομ. Οδ.) νεοελλ. 1. θέτω υπό την κρίση ή την έγκριση
    5 KB (180 words) - 12:42, 29 September 2017
  • Α επίρρ. 1. από κάτω («ποδῶν ὑπένερθε», Ομ. Ιλ.) 2. κάτω από την γη, στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη 3. φρ. «οἱ ὑπένερθε» — αυτοί που βρίσκονται στον Κάτω Κόσμο
    666 bytes (50 words) - 12:47, 29 September 2017
  • Ion. and Ep. κονίη, ἡ, (κόνις):    1 dust, ποδῶν ὑπένερθε κ. ἵστατ' ἀειρομένη Il.2.150; ὑπὸ δέ σφισιν ὦρτο κ. 11.151: in pl., κὰδ δ' ἔπεσ' ἐν κονίῃσι Od
    13 KB (1,158 words) - 03:00, 10 January 2019
  • 279. 2) ἄνω, ἐπάνω, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὑπένερθε ἡ μὲν ἔβαλλε θρόνοις ἔνι ῥήγεα καλά, πορφύρεα καθύπερθ’, ὑπένερθε δὲ λῖθ’ ὑπέβαλλεν Ὀδ. Κ. 353· καθύπερθεν
    13 KB (1,223 words) - 11:30, 26 February 2019
  • Α επίρρ. 1. από κάτω («ποδῶν ὑπένερθε», Ομ. Ιλ.) 2. κάτω από την γη, στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη 3. φρ. «οἱ ὑπένερθε» — αυτοί που βρίσκονται στον Κάτω Κόσμο
    666 bytes (50 words) - 12:58, 29 September 2017
  • infr.).    A throw, put, or lay under, as cloths, carpets, and the like, ὑπένερθε δὲ λῖθ' ὑπέβαλλεν Od.10.353; κάτω μὲν ὑποβαλεῖτε τῶν Μιλησίων ἐρίων carpets
    26 KB (2,065 words) - 14:35, 3 October 2019
  • ὑπερῴην δ' οὐκ ἐδίηνεν; 13, 30 von der Fahrt Poseidons über das Meer οὐδ' ὑπένερθε διαίνετο χάλκεος ἄξων. – Sp., wie Rufin. 6 (V, 60). – Bes. = mit Thränen
    9 KB (870 words) - 14:35, 2 October 2019
  • die Erde, Land vermessen, ein Geometer sein, übh. ausmessen, τά τε γᾶς ὑπένερθε καὶ τὰ ἐπίπεδα Pind. bei Plat. Theaet. 173 e; vgl. Men. 85 e. Xen. Conv
    5 KB (377 words) - 20:35, 9 January 2019
  • 15.4.    III Ep. iter. φάνεσκε appeared, μετὰ πρώτοισι φάνεσκε Il.11.64; ὑπένερθε δὲ γαῖα φάνεσκε Od. 12.242, cf. 11.587, Hes.Fr.14.3.    2 pf. 2 πέφηνα
    95 KB (9,309 words) - 14:35, 3 October 2019
  • (Socrates) liep op blote voeten over het ijs Plat. Smp. 220b. kristal:. αἱ δ ’ ὑπένερθε λάλλαι κρυστάλλῳ... ἰνδάλλοντο de kiezelstenen op de bodem leken wel kristal
    11 KB (967 words) - 13:55, 3 October 2019
  • κατώτερον μέρος τοῦ θώρακος, περὶ ὃ ἐφέρετο ὁ ζωστήρ, λῦσε δὲ οἱ ζωστῆρα…, ἠδ’ ὑπένερθε ζῶμά τε καὶ μίτρην Δ. 216, πρβλ. 187· - ὡσαύτως τὸ περὶ τὰ αἰδοῖα διάζωμα
    7 KB (641 words) - 17:55, 10 January 2019
  • test., Plato, Theaet., 173e, ἡ δὲ διάνοια πέτεται κατὰ Πίνδαρον τᾶς τε γᾶς ὑπένερθε οὐρανοῦ θ' ὕπερ (v. l. πέταται) fr. 292. Α βλ. πέτομαι. Αναζήτηση σε:
    2 KB (156 words) - 07:56, 1 January 2019
  • the earth, A.Ch.377,475, etc.; κάτω γῆς S.OT968; ὑπὸ γῆς Id.Fr.572; γᾶς ὑπένερθε Pi.Fr.292: gen. with local Adverbs, ἵνα γῆς E.Andr. 168; ποῦ, ποῖ, ὅποι
    38 KB (4,555 words) - 13:15, 3 October 2019
  • δαιδάλεον Od.1.130; ἔβαλλε θρόνοις ἔνι ῥήγεα καλά, πορφύρεα καθύπερθ', ὑπένερθε δὲ λῖθ' ὑπέβαλλεν 10.353: understood as pl. by Ath.2.48c; used for covering
    2 KB (181 words) - 15:15, 2 October 2019
  • 6. 9. opp. to heaven, (ἡ δὲ διάνοια πέτεται κατὰ Πίνδαρον) τᾶς τε γᾶς ὑπένερθε οὐρανοῦ θ' ὕπερ Plat., Theaet., 173 E = fr. 292. cf. (N. 10.87) opp. to
    6 KB (579 words) - 06:15, 10 January 2019
  • outworn, or those whose work is done, or those who have met with disaster, οἳ ὑπένερθε καμόντας ἀνθρώπους τίνυσθον Il.3.278, cf.Theoc.17.49; βροτῶν εἴδωλα καμόντων
    47 KB (4,702 words) - 13:55, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)