Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὑσπέλεθος" on this wiki. See also the other search results found.

  • (From ὑ-σπέλεθος.) * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ὑσπέλεθος: ὁ, κόπρος χοίρου, Πολυδ. Ε΄, 91, Δίων Κ. 46. 5. και ὕσπελθος, ὁ, Α κοπριά
    1 KB (66 words) - 14:30, 1 January 2021
  • και ὕσπελθος, ὁ, Α κοπριά χοίρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὗς «χοίρος» + σπέλεθος «κόπρος»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    296 bytes (20 words) - 12:55, 29 September 2017
  • Click links below for lookup in third sources: ὑὸς ἀφόδευμα, Hsch. (cf. ὑσπέλεθος). * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works τὰ, Α (κατά τον Ησύχ
    572 bytes (40 words) - 12:59, 29 September 2017
  • for lookup in third sources: ὁ, A = ἀπόπατος, Theognost.Can.24; cf. ὑσπέλεθος. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works -ου, ὁ excremento Theognost
    478 bytes (29 words) - 09:06, 23 May 2021
  • ὑο-, πρβλ. ὑ-φορβός / ὑο-φορβός) είτε οφείλεται σε αναλογία προς την λ. ὑσπέλεθος (< ὑ-σπέλεθος) είτε αποτελεί εσφ. γρφ. αντί ὑοπολῶ]. * Αναζήτηση σε: Google
    906 bytes (56 words) - 12:59, 29 September 2017
  • πέλεθος (Ach. 1170, S. Ichn. 414) Grammar: m. Meaning: Kot; Composita : ὑσπέλεθος Schweinekot (D.C. 46, 5, Poll. 5, 91), πελεθοβάψ m. f. (Hdn. Gr. 1, 246
    4 KB (394 words) - 15:55, 8 May 2021
  • ὁ, Μ κοπριά γουρουνιού. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. αντί ὑσπέλεθος]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    184 bytes (18 words) - 12:56, 29 September 2017
  • [Seite 918] ἡ, dünner Stuhlgang; Ar. Pax 48, Menschenkoth; neben ὀϊσπώτη u. ὑσπέλεθος, D. Cass. 46, 5. – Nach Schol. Ar. a. a. O. auch Lederschnitzet. – Comp
    6 KB (570 words) - 13:44, 9 February 2021
  • a.) mit -έω (Chios V-IVa), auch ὑοφορβός mit -ία, -ιον (hell. u.sp.); ὑσπέλεθος m. Schweinekot (D. C., Poll.), ὑσπολεῖν· συβωτεῖν H., Ὕσπορος m. N. eines
    16 KB (1,618 words) - 13:20, 20 April 2021
  • General | Authors & Works ὁ, Μ κοπριά γουρουνιού. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. αντί ὑσπέλεθος]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    580 bytes (39 words) - 13:40, 1 January 2021
  • in third sources: υἱὸς (leg. ὑὸς) ἔκπατος, Theognost. Can. 24. (From ὑσπέλεθος.) * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    369 bytes (22 words) - 11:01, 31 January 2021