Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὑψηλοκάρδιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • ον,    A high-hearted, proud, LXXPr.16.6(5), Sm.Ec. 7.9(8). ὑψηλοκάρδιος: -ον, ὁ ὑψηλὴν καρδίαν ἔχων, ὁ ὑψηλὰ φρονῶν, ὑψηλόνους, ὑψηλόφρων, Ἑβδ. (Παροιμ
    1 KB (49 words) - 12:43, 29 September 2017
  • -ον, Α υπεροπτικός, αλαζόνας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑψηλός + -κάρδιος (< καρδία), πρβλ. μεγαλο-κάρδιος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    370 bytes (20 words) - 12:52, 29 September 2017
  • ἡ, Α ὑψηλοκάρδιος έπαρση, αλαζονεία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    101 bytes (14 words) - 12:49, 29 September 2017
  • στρεβλοκάρδιος, ταλακάρδιος, ταραξικάρδιος, ταχυκάρδιος, τλησικάρδιος, υψηλοκάρδιος, χαλκεοκάρδιος νεοελλ. θελξικάρδιος, σπαραξικάρδιος, τερψικάρδιος ii)
    16 KB (1,171 words) - 07:21, 29 September 2017
  • στρεβλοκάρδιος, ταλακάρδιος, ταραξικάρδιος, ταχυκάρδιος, τλησικάρδιος, υψηλοκάρδιος, χαλκεοκάρδιος νεοελλ. θελξικάρδιος, σπαραξικάρδιος, τερψικάρδιος ii)
    47 KB (4,627 words) - 13:51, 3 October 2019