Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὕσκλος" on this wiki. See also the other search results found.

  • τὸ συνέχειν τὸν πόδα, Phryn.PS p.25 B . . hence ἕπτυσχλος, ἐννήϋσκλοι. ὕσκλος: ὁ, ἡ ἄκρα (corrigiae ansulae) σανδαλίου ὅπου ἦσαν αἱ «θηλειαὶ» δι’ ὧν διήρχοντο
    2 KB (145 words) - 16:05, 2 October 2019
  • ή, όν,    A having a ὕσκλος, ὑπόδημα Dicaearch. 1.19. ὑσκλωτός: -ή, -όν, ὁ ἔχων ὕσκλους, ὑπόδημα ὑσκλωτόν, ὥστε γυμνοὺς σχεδὸν ἐκφαίνεσθαι τοὺς πόδας
    1 KB (56 words) - 12:55, 29 September 2017
  • γαστήρ, Hsch. ὕσχλος,    A v. ὕσκλος.
    388 bytes (6 words) - 01:18, 9 February 2013
  • σαλπίγγιον, Hsch. ἰσκανδοτόν· σαλπιγγωτόν, Id. ἴσκλος, ὁ,    A v. ὕσκλος. ἰσκός· κλέπτης, Id.; cf. κίσκος.
    580 bytes (15 words) - 13:05, 7 January 2017
  • ὑποδήματα Αακωνικῶν ἐφήβων, Hsch. (ἐννήϊσκλοι cod.): fr. ἐννῆ and ὕσκλος. -ων, οἱ sandalias atadas con nueve correas, de nueve lazadas llevadas por los
    1 KB (68 words) - 07:09, 29 September 2017
  • [Seite 1263] ὁ, s. ὕσκλος. ἴσκλος: ὁ, ἴδε ὕσκλος.
    182 bytes (9 words) - 10:46, 5 August 2017
  • (για υπόδημα) αυτός που έχει ὕσκλους, δηλαδή δερμάτινα κορδόνια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕσκλος + κατάλ. -ωτός (πρβλ. ὀδοντ-ωτός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    391 bytes (28 words) - 12:59, 29 September 2017
  • ἕπτυσχλος, ὁ (Α) ανδρικό υπόδημα που δενόταν με επτά ιμάντες. [ΕΤΥΜΟΛ. < επτά + ύσκλος «άγκιστρο» ή «ιμάντας»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    394 bytes (27 words) - 06:34, 29 September 2017
  • πόδι εννέα φορές. [ΕΤΥΜΟΛ. < εννή, διαλεκτ. τ. του εννέα με συναίρεση + ύσκλος «η άκρη του πέδιλου»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    530 bytes (40 words) - 07:09, 29 September 2017