Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὠία" on this wiki. See also the other search results found.

  • or ὤια, ἡ,    A v. ᾤα. ὠία: ἡ, ἴδε ἐν λ. ᾤα.
    369 bytes (12 words) - 10:16, 5 August 2017
  • ἁλὸς ὕδωρ Mosch. 2, 123, l. d. ᾤα: ἀσυναίρ. ὠία (ἴδε κατωτ.), ἡ, (ὄϊς) δορὰ προβάτου μετὰ τῶν ἐρίων, = μηλωτή, · νικᾷ δ’ ᾤα λιθίνην μάκτραν Ἕρμιππος ἐν «Στρατιώταις»
    7 KB (637 words) - 14:35, 1 July 2020
  • και ὤια, ἡ, Α βλ. ώα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    71 bytes (15 words) - 06:30, 29 September 2017
  • υφασμένη η προέλευση και η σύστασή του. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. οὔϊα < οὔα < αρχ. ᾤα, ασυναίρ. ὠΐα «προβιά» (< ὄϊς «πρόβατο»). Ο τ. νούγια έχει σχηματιστεί από συμπροφορά
    806 bytes (56 words) - 12:11, 29 September 2017
  • poet. forms ὤεον, ὤιον, v. sub fin.:—   A egg, τίκτει ᾠὰ ἐν γῇ καὶ ἐκλέπει [ὁ κροκόδειλος] Hdt.2.68; ᾠὰ χήνεια Eriph. 7; of all birds, Arist.HA559a15; but
    11 KB (985 words) - 16:07, 1 July 2020
  • pl. de ᾠόν.
    45 bytes (3 words) - 20:12, 9 August 2017
  • ᾠὰ: Λύδια (μείζω), εἶδος ἀγγείων, Ἐπιγρ. ἐπὶ ἀγγείου πηλίνου ἐξ Ὀλκίου, CIG, 8346, πρβλ. τὸ ἄλλοθεν ὄνομα ἀγγείου ᾠοσκύφιον, Συναγωγὴ Λέξ. Ἀθησ. Κουμανούδη
    324 bytes (23 words) - 09:25, 5 August 2017
  • 18(2).618.    II hatch, τὰ νεόττια Ael.NA2.33 :—Med., ᾠὰ ἐξεγλύψαντο Plu.TG17 :—also intr. in Act., τὰ ᾠὰ διὰ κά (sc. ἡμερῶν) ἐκγλύφει GP. 14.7.28. [Seite
    5 KB (416 words) - 15:10, 1 July 2020
  • ὁ θραύων, συντρίβων ᾠά, ὄνομα εἴδους τινὸς ὄφεως παρ’ Ἡσυχ., «ὅπερ ὁ Κόβητος μετέβαλεν εἰς ὠβεοκάπτας, τουτέστιν: ὤβεα (ἤτοι ᾠά) κάπτοντας» Κόντου Γλωσσ
    892 bytes (55 words) - 16:07, 1 July 2020
  • of fish: use Ar. and P. ᾠά, τά (Aristotle). seed: P. and V. σπέρμα, τό (Plato), V. σπορά, ἡ. ⇢ Look up "spawn" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    300 bytes (36 words) - 09:08, 20 May 2020
  • νήσῳ Thuc.); 2) класть, откладывать, сносить (ᾠὰ ἐς τὴν ἰλύν Her.; τὰ σκωλήκια Arst.; ὄφεις ἐντεκοντες ᾠά Plut.); 3) порождать, вызывать (τὸ κακοῦργον ἔν
    9 KB (755 words) - 15:36, 1 July 2020
  • fertile, fruitful, σπέρμα γ., opp. ἄγονον, Arist.HA523a25; κύημα γ. Id.GA736a35; ᾠὰ γ., opp. ὑπηνέμια, ib.730a6; of women, Id.Pr.876b12; of the male, Id.HA546a2
    16 KB (1,512 words) - 16:05, 30 June 2020
  • 1. (για τρόφιμα) αμαγείρευτος, άβραστος, άψητος (α. «τρώει ωμά χόρτα» β. «ᾠὰ ὠμὰ καὶ ἑφθὰ», Θεόφρ.) 2. (για καρπό) άγουρος 3. μτφ. (για πρόσ. ή πράξη)
    4 KB (259 words) - 11:35, 14 January 2019
  • -α, -ο / προικῷος, -ῴα, -ον, ΝΜΑ αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην προίκα ή αυτός που προέρχεται από προικοδότηση νεοελλ. φρ. «προικώο σύμφωνο» — το προικοσύμφωνο
    602 bytes (42 words) - 12:22, 29 September 2017
  • .. Arist.HA 567b1, ὅταν δὲ τὰ ᾠὰ ἐκτέκωσιν (οἱ πολύποδες) ... Arist.HA 622a26, cf. 526b28, en v. pas. τὰ ἐκτικτόμενα ᾠά Arist.GA 754b8, cf. 756a27, τὰ
    5 KB (489 words) - 15:10, 1 July 2020
  • [Seite 767] ausschälen, Hippocr.; ausbrüten, ὄρνεον Cratin. bei Ath. IX, 373 f; ᾠά Her. 2, 68, wie Arist. H. A. 5, 19, 33. Komisch μικρὰ κέρματα Ar. Av. 1108
    5 KB (424 words) - 15:35, 1 July 2020
  • ἡ, Α παρυφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + ᾤα / ὤα «άκρη υφάσματος, παρυφή»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    289 bytes (20 words) - 12:15, 29 September 2017
  • μὲν τέτοκε, τὰ δὲ τίκτει, τὰ δὲ κύει X.Cyn.5.13; of birds, hatch, Il.2.313; ᾠὰ τ. lay eggs, Hdt.2.68, Ar.Fr.185, Arist.GA718b23, etc.; of fish, spawn, Id
    45 KB (4,466 words) - 13:34, 1 July 2020
  • γίνωμα, μέστωμα (α. «τῶν καρπῶν τελείωσις», Θεόφρ. β. «λαμβάνει τελείωσιν τὰ ᾠά», Αριστοτ.) 3. ο γάμος («ἐμνήσθην ἐλέους νεότητός σου καὶ ἀγάπης τελειώσεώς
    3 KB (202 words) - 12:57, 29 September 2017
  • ῴα, ῷον,= ἠοῖος,    A at break of day, with Verbs, ἠ. γεγονώς h.Merc.17; [τέττιξ] ἠ. χέει αὐδήν Hes.Sc.396, cf. Op.548; ἠῷοι ἔμελλον . . θυμὸν ἀμύξειν
    4 KB (301 words) - 14:32, 1 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)