Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὠκήεις" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο ὠκήεις: -εσσα, -εν, μεταγεν. ποιητ. τύπος του ὠκύς, σε Ανθ. ὠκήεις: ήεσσα, ῆεν ὠκύς быстрый (τέρετρα Anth.). ὠκήεις, εσσα, εν [poetic
    1 KB (73 words) - 02:45, 10 January 2019
  • -εσσα, -εν, Α (ποιητ. τ.) ὠκύς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠκύς «ταχύς, οξύς» + κατάλ. -ήεις (πρβλ. θαρσ-ήεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    347 bytes (24 words) - 06:30, 29 September 2017
  • διερός, τροχός, ταχύς, ὠκύς, θοός, αἰψηροκέλευθος, ταχινός, ἐπίτροχος, ὠκήεις, ἄοκνος, σύντομος, αἰψηρός, ὀξύς, ὀξύχειρ, κραιπνός, ἀκαμαντόπους, σπερχνός
    796 bytes (72 words) - 17:25, 18 October 2019