Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὠκυγένεθλος" on this wiki. See also the other search results found.

  • quickly born or gendered, εἰς τόκον ὠκυγένεθλον Jo.Gaz.Ecphr.2.59. ὠκῠγένεθλος: -ον, ὁ ταχέως γεννηθείς, Ἰω. Γαζαίου Ἔκφρ. 418, παρὰ Rutgers. Var. Lecit
    1 KB (52 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -ον, Μ αυτός που γεννήθηκε γρήγορα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠκύς «γρήγορος» + -γένεθλος (< γένεθλον, πρβλ. πρεσβυ-γένεθλος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    405 bytes (23 words) - 06:30, 29 September 2017