Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὠμοβόρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • mange de la chair crue. Étymologie: ὠμός, βιβρώσκω. ὠμοβόρος, v. ὠμοβόλος. -α, -ο / ὠμοβόρος, -ον, ΝΑ αυτός που τρώει ωμό κρέας, ωμοφάγος («θηρῶν ὠμοβόρων»
    1 KB (86 words) - 06:15, 29 September 2017
  • -α, -ο / ὠμοβόρος, -ον, ΝΑ αυτός που τρώει ωμό κρέας, ωμοφάγος («θηρῶν ὠμοβόρων», Γρηγ. Ναζ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠμός + -βόρος (< βορά), πρβλ. αιμο-βόρος]. Αναζήτηση
    476 bytes (31 words) - 06:30, 29 September 2017
  • = sq., Nic.Th.739. ὠμοβορεύς: έως, ὁ, = ὠμοβόρος, Νικ. Θηρ. 739. -έως, ὁ, Α ωμοβόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠμοβόρος + επίθημα -εύς]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    712 bytes (30 words) - 06:16, 29 September 2017
  • κομῆται, Sch.Il.22.67.) ὠμηστής: -οῦ, ὁ, (ὠμός, ἐσθίω) ὁ ἐσθίων ὠμὰ κρέατα, ὠμοβόρος, ὠμοφάγος, οἰωνοὶ Ἰλ. Λ. 454· κύνες Χ. 67, Σοφ. Ἀντιγ. 697· ἰχθύες Ἰλ.
    6 KB (463 words) - 18:43, 10 November 2019
  • ἡ, Α ὠμοβόρος η ιδιότητα του ωμοβόρου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    100 bytes (16 words) - 06:15, 29 September 2017
  • -έω, Μ ὠμοβόρος τρώγω ωμό κρέας. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    91 bytes (15 words) - 06:30, 29 September 2017
  • φαίνεται πιθανή. ΠΑΡ. ὠμότητα αρχ. ὠμάδιος μσν. ὠμάζω. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ωμοβόρος, ωμοφάγος αρχ. ὠμαλθής, ὠμόβρωτος, ὠμοδακής, ὠμόδαμος, ὠμόδροπος, ὠμοθετῶ
    4 KB (259 words) - 11:35, 14 January 2019
  • -έως, ὁ, Α ωμοβόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠμοβόρος + επίθημα -εύς]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    250 bytes (17 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ὠμοβρὼς ἀντὶ -βρῶτα ἐν Σοφ. Ἀποσπ. 153. ῶτος (ὁ, ἡ) c. ὠμοβόρος. -ῶτος, ὁ, ἡ, Α 1. ωμοβόρος 2. ὠμόβρωτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠμός + -βρώς (< βιβρώσκω «τρώω»)
    2 KB (113 words) - 02:50, 10 January 2019
  • -ῶτος, ὁ, ἡ, Α 1. ωμοβόρος 2. ὠμόβρωτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠμός + -βρώς (< βιβρώσκω «τρώω»), πρβλ. σαρκο-βρώς]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    413 bytes (25 words) - 06:16, 29 September 2017
  • φαίνεται πιθανή. ΠΑΡ. ὠμότητα αρχ. ὠμάδιος μσν. ὠμάζω. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ωμοβόρος, ωμοφάγος αρχ. ὠμαλθής, ὠμόβρωτος, ὠμοδακής, ὠμόδαμος, ὠμόδροπος, ὠμοθετῶ
    21 KB (1,722 words) - 18:52, 10 November 2019