Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὠχεί" on this wiki. See also the other search results found.

  • 2.119. Α (κατά τον Διοσκ.) «ἀτράφαξις, οἱ δὲ χρυσολάχανον... Αἰγύπτιοι ὠχεῑ». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    459 bytes (27 words) - 06:30, 29 September 2017
  • Α (κατά τον Διοσκ.) «ἀτράφαξις, οἱ δὲ χρυσολάχανον... Αἰγύπτιοι ὠχεῑ». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    170 bytes (19 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ὠχεῖ: Αἰγύπτιον ὄνομα τοῦ χρυσολαχάνου, «ἀτράφαξις, οἱ δὲ χρυσολάχανον... Αὐγύπτιοι ὠχεῖ» Διοσκ. 2. 145.
    227 bytes (14 words) - 10:19, 5 August 2017
  • 3ᵉ sg. impf. Act. de ὀχέω.
    63 bytes (6 words) - 19:27, 9 August 2017
  • ἀγκύραιν ὁρμεῖν αὐτοὺς ἐᾶτε D.56.44, cf. Plu.Sol.19; ἄ. δ' ἥ μου τὰς τύχας ὤχει μόνη E.Hel.277; ἐπὶ τῆς αὐτῆς (sc. ἀγκύρας) ὁρμεῖν τοῖς πολλοῖς, i.e. 'to
    12 KB (1,210 words) - 13:00, 3 October 2019
  • σε άμαξα αρχ. 1. κρατώ κάτι στερεά, υποστηρίζω («ἄγκυρα δ' ἥ μου τὰς τύχας ὤχει μόνη», Ευρ.) 2. υποφέρω, πάσχω («ἀπροσόρατον ὀκχέοντι πόνον», Πίνδ.) 3. συνεχίζω
    3 KB (217 words) - 12:46, 15 February 2019
  • φέρω (ἔχειν τε καὶ ὀχεῖν Pl.Cra.400a), hold fast, ἄγκυρα δ' ἥ μου τὰς τύχας ὤχει (sic leg.) μόνη E.Hel.277.    b endure, suffer, ὀχέοντας ὀϊζύν Od.7.211;
    25 KB (2,334 words) - 15:35, 2 October 2019
  • ἀγκύραιν ὁρμεῖν αὐτοὺς ἐᾶται, Δημ. 1295. ἐν τέλ. ἄγκυρα δ’ ἥ μου τὰς τύχας ὤχει μόνη, Εὐρ. Ἑλ. 277, πρβλ. ὀχέω, Ι. 1· ἐπὶ τῆς αὐτῆς (δηλ. ἀγκύρας) ὁρμεῖν
    14 KB (1,150 words) - 11:45, 21 August 2017