Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὠχρίας" on this wiki. See also the other search results found.

  • complexion, Arist.Cat.9b32. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ὠχρίας: -ου, ὁ, ὁ ἔχων ὠχρὸν πρόσωπον, «κιτρινιάρης», Ἀριστ. Κατηγ. 8. 15. ὁ
    1 KB (60 words) - 12:36, 1 July 2020
  • ὁ, Α αυτός που έχει ωχρή όψη, χλομό πρόσωπο, κιτρινιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠχρός + κατάλ. -ίας (πρβλ. ποικιλ-ίας)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    366 bytes (26 words) - 06:30, 29 September 2017
  • der roth Aussehende, vgl. ὠχρίας, Arist. Categor. 8. ἐρυθρίας: -ου, ὁ, ἔχων χροιὰν ἐρυθράν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὠχρίας, Ἀριστ. Κατηγ. 8, 15. ἐρυθρίας
    1 KB (84 words) - 16:33, 8 July 2020
  • ὠχριῶ, -άω, ΝΜΑ γίνομαι ωχρός, χλομιάζω, κιτρινίζω («τί τρέμεις καὶ ὠχριᾱς;», Λουκιαν.) νεοελλ. 1. χάνω το χρώμα μου, ξεθωριάζω 2. φρ. «ωχριώ μπροστά σε
    842 bytes (55 words) - 06:30, 29 September 2017
  • Derivatives: ἐρυθρίας m. "the red", surname after the red colour (Arist.; cf. ὠχρίας etc. and Chantraine Formation 93, Schwyzer-Debrunner 18); ἐρυθρῖνος, also
    25 KB (2,409 words) - 17:55, 9 July 2020
  • бледный = ἄχροος, ἄχρους, ὠχρίας, ὑδαρής, ὠχρός, λευκός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    129 bytes (42 words) - 01:40, 14 October 2019
  • побледневший = ὠχρίας, ἀλλόχροος, ἀλλόχρους Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    87 bytes (39 words) - 02:20, 14 October 2019