Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὠχραίνω" on this wiki. See also the other search results found.

  • 193, cf. Max.Tyr.34.2.    II intrans., to be or become so, Nic.Th.254. ὠχραίνω: μέλλ. -ᾰνῶ, ποιῶ τι ὠχρόν, Ὀρφ. Ἀργον. 1305. -Παθ., γίνομαι ὠχρός, ἀντίθετον
    1 KB (89 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ὠχραίνω ΝΑ ὠχρός 1. καθιστώ κάτι ωχρό, κίτρινο 2. (αμτβ.) είμαι ή γίνομαι ωχρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    216 bytes (23 words) - 06:14, 29 September 2017
  • βλέπουσιν ἔχοντα χροιάν τινα ὠχράν. Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 7. 192, 198. -ή, -όν, Α ὠχραίνω αυτός που καθιστά κάποιον ή κάτι ωχρό. επίρρ... ὠχραντικῶς Α (ιδίως για
    1 KB (93 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -ή, -όν, Α ὠχραίνω αυτός που καθιστά κάποιον ή κάτι ωχρό. επίρρ... ὠχραντικῶς Α (ιδίως για τους πάσχοντες από ίκτερο) κατά τρόπο ωχραντικό. Αναζήτηση
    323 bytes (32 words) - 06:15, 29 September 2017