Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὠχροποιός" on this wiki. See also the other search results found.

  • όν,    A making pale, gloss on Il.7.479 in cod.Mosqu.1. ὠχροποιός: -όν, ὁ ποιῶν τινα ὠχρόν, Γραμμ., ἴδε Heyne εἰς Ἰλ. Τ. 5, σ. 392. -όν, ΜΑ ὠχραντικός
    848 bytes (43 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -όν, ΜΑ ὠχραντικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠχρός + -ποιός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    226 bytes (15 words) - 06:14, 29 September 2017
  • 479 und sonst bei Gramm. χλωροποιός: -όν, ὁ ποιῶν τι χλωρόν, ὠχρόν, ὠχροποιός, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 6, 49, Σχόλ. εἰς Ἰλ. Η. 479, - Καθ’ Ἡσύχ.: «χλωρὸν δέος·
    2 KB (108 words) - 07:36, 31 December 2018
  • χρυσοποιός, ψευδοποιός, ψηφοποιός, ψυχοποιός, ψυχροποιός, ψωμοποιός, ωδοποιός, ωχροποιός νεοελλ. αρωματοποιός, βροχοποιός, γονιμοποιός, επιπλοποιός, επιγραφοποιός
    9 KB (412 words) - 12:19, 29 September 2017