Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὡραιόφθαλμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • ον,    A gloss on εὔωπις, Sch.Pi.O.10(11).90. ὡραιόφθαλμος: -ον, πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ εὔωπις, Σχολ. εἰς Πινδ. Ο. 10 (11). 91. -ον, ΜΑ (ως ερμ. της λ
    1 KB (52 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -ον, ΜΑ (ως ερμ. της λ. εὐῶπις) αυτός που έχει ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + -όφθαλμος (< ὀφθαλμός), πρβλ. μεγαλ-όφθαλμος]. Αναζήτηση σε: Google |
    429 bytes (28 words) - 06:30, 29 September 2017
  • υψηλόφθαλμος, υψόφθαλμος, φοβερόφθαλμος, χαρωπόφθαλμος, ψωρόφθαλμος, ωραιόφθαλμος νεοελλ. αγριόφθαλμος, γαλανόφθαλμος, διόφθαλμος, καστανόφθαλμος, κοντόφθαλμος
    7 KB (424 words) - 12:12, 29 September 2017
  • υψηλόφθαλμος, υψόφθαλμος, φοβερόφθαλμος, χαρωπόφθαλμος, ψωρόφθαλμος, ωραιόφθαλμος νεοελλ. αγριόφθαλμος, γαλανόφθαλμος, διόφθαλμος, καστανόφθαλμος, κοντόφθαλμος
    44 KB (4,539 words) - 14:10, 3 October 2019