Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὤζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • des exclamations. Étymologie: ὤ. ὤζω: (ὦ), φωνάζω «ω! ω!», σε Αισχύλ. ὤζω: кричать, вопить, ахать Aesch., Arph. ὤζω, [ὦ], to cry oh! Aesch.
    1 KB (82 words) - 02:48, 10 January 2019
  • | slang.gr | Κάτο ὠγμός: ὁ (ὤζω), η κραυγή «ωχ!», σε Αισχύλ. ὠγμός: ὁ ὤζω стенание, вопль Aesch. ὠγμός, οῦ, ὁ, [ὤζω] a crying oh! Aesch.
    1 KB (78 words) - 02:50, 10 January 2019
  • < κάπρος + -ώζομαι, πιθ. αναλογικά προς ρ. σε -ώζω που δηλώνουν φωνές, κραυγές (πρβλ. κρ-ώζω, οιμ-ώζω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    900 bytes (39 words) - 14:15, 4 January 2019
  • < κάπρος + -ώζομαι, πιθ. αναλογικά προς ρ. σε -ώζω που δηλώνουν φωνές, κραυγές (πρβλ. κρ-ώζω, οιμ-ώζω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    458 bytes (32 words) - 06:38, 29 September 2017
  • ὁ, Α ὤζω (κατά τον Ησύχ.) «φωνὴ μετὰ τοῡ ἐκβοηθῆναι ἢ μετὰ χειροτονίας». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    188 bytes (22 words) - 06:14, 29 September 2017
  • ахать = ὤζω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    31 bytes (37 words) - 17:05, 13 October 2019
  • ἐπαιάζω, οἰμώζω, ἀναστενάζω, ἀνακωκύω, ἐλελίζω, ὀλολύζω, ὀλολύττω, στενάζω, ὤζω, κραυγάνομαι, λακάζω, ἰϋζω, γοάω, γοόω, ἀναβρυχάομαι, κραυγάζω, αἰάζω, στεναχίζω
    504 bytes (60 words) - 03:55, 14 October 2019
  • ὀλολύζω, ὀλολύττω, ἀναφωνέω, ἐκβρυχάομαι, ὀρθιάζω, παραβοάω, κρώζω, γεγωνίσκω, ὤζω, κραυγάνομαι, λακάζω, αὔω, ἀποκλάζω, ἀϋτέω, ἐμβοάω, κολῳάω, βρωμάομαι, ὀγκάομαι
    876 bytes (79 words) - 07:55, 15 October 2019
  • Vokativ, (seit Il.) Meaning: Ausruf des Staunens und der Klage, Derivative: mit ὤζω oh rufen (Ar.). Auch ώή ‘heda, holla!’ (A., E., X., lat. ōhē), ὠόπ Zuruf der
    2 KB (228 words) - 16:15, 2 October 2019